ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΤ΄ ΕΞΟΧΗΝ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΟΙ ΑΓΙΟΙ

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΤ΄ ΕΞΟΧΗΝ ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΟΙ ΑΓΙΟΙ
ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΜΑΣ ΣΕΛΙΔΑ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

whos.amung.us

Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

«Καρποὶ» τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων: τὰ αἱρετικὰ μορφώματα τῆς ΘΕΩΡΙΑΣ των ΚΛΑΔΩΝ καὶ τῆς ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ


ΣΧΟΛΙΑ στὰ ὅσα εἶπε ὁ καθηγητὴς κ. ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ στὴν ἐκπομπή ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ τοῦ Ρ/σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁ ὁποῖος τὴν ἀγωνία τῶν πιστῶν γιὰ θέματα «Ὁμολογίας Πίστεως» χαρακτηρίζει: «ἐπίθεση ἐναντίον τῆς συντεταγμένης Ἐκκλησίας»!

Ὁ καθηγητὴς Π. Βασιλειάδης εἰδοποίησε μὲ mail τὴν Ἕνωσή μας, ὅτι θὰ ἔδινε ἀπάντηση σὲ ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπευθύναμε. Παρακολουθήσαμε τὴν ἐκπομπή του (3 ΔΕΚ 2009), τὴν ἀπομαγνητοφωνήσαμε καὶ τὴν παραθέτουμε (στὸ τέλος, μετὰ τὶς ὑποσημειώσεις), προτάσσοντας κάποια ἀποσπάσματα μὲ τὶς παρατηρήσεις μας πάνω στὰ θέματα ποὺ θίγει, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ κάποιες ἐρωτήσεις μας, ἀφοῦ δηλώνει πλειστάκις ὅτι εἶναι ὑπὲρ τοῦ Διαλόγου μὲ ὅλους. Ἀσφαλῶς καὶ δὲν περιμέναμε ἡ ἀπάντηση ἀπὸ ἕνα Πανεπιστημιακὸ καθηγητή, ποὺ εἶχε προαναγγελθεῖ καὶ ἦταν καλῶς προετοιμασμένη, νὰ περιέχει τέτοιες καὶ τόσες ἀντιφάσεις, μισὲς ἀλήθειες καὶ παλινωδίες, μετάθεση τῶν ἀπαντήσεων ἀπὸ τὰ οὐσιαστικὰ ποὺ τοῦ ἐπισημαίναμε σὲ ἄλλα θέματα σημαντικὰ ἢ ἀσήμαντα. Καὶ ἐξηγούμαστε: Δὲν ἀσχοληθήκαμε στὴν Ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀποστείλαμε, οὔτε μὲ τὸ ποιός προκάλεσε τὴν Ἡμερίδα, οὔτε μὲ τὸ ποιός τὴν διοργάνωσε, οὔτε μὲ «τὴν ἁγνότητα» ἢ μὴ τῶν προθέσεων τῶν διοργανωτῶν, (ἁγνότητα, τὴν ὁποία ἰσχυρίζεται πὼς διέθεταν), ἀλλὰ μὲ τὴν οὐσία, δηλαδή, μὲ τὶς ἀντορθόδοξες ἀπόψεις ποὺ ἀκούστηκαν ἀπὸ εἰσηγητὲς καὶ ὁμιλητές, καὶ τὴν προσπάθεια νὰ φιμωθοῦν ὅσοι προσπάθησαν νὰ διαλεχθοῦν μαζί τους, μὲ προπηλακισμούς, ὕβρεις, τὴν προσβολὴ τῶν ἀκροατῶν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖο καὶ προσπάθεια νὰ ἀποβάλει ἀπὸ τὴν αἴθουσα τὸν Πρόεδρο τῆς Ἑνώσεώς μας, ἐπειδὴ ζητοῦσε τὸ λόγο. Πῶς συμβιβάζονται γιὰ ἕναν ὑπέρμαχο τοῦ διαλόγου ποὺ ἐπιθυμεῖ –κατὰ δήλωσή του– διάλογο μὲ ὅλους, αὐτὲς οἱ συμπεριφορές; Ἀλλὰ ἂς ἔρθουμε σὲ συγκεκριμένα σημεῖα: 1. Ι) Ὑπενθυμίζαμε στὸν κ. Βασιλειάδη τὸ πρόβλημα τῆς ἐξαπάτησης ποὺ συνέβη στὴν Ἡμερίδα τῆς Θεσσαλονίκης, καθὼς ἐκεῖ, μᾶς εἶχε παρουσιάσει τὸν π. Παῦλο Κουμαριανὸ ὡς ἐκπρόσωπο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀρνήθηκε δηλώνοντας πὼς δὲν ἔστειλε κανένα ἐκπρόσωπο. Περιμέναμε, λοιπόν, μιὰ ἀπάντηση γιὰ τὸ δράστη καὶ τοὺς συνεργοὺς αὐτῆς τῆς ἀπάτης. Ὁ κ. Βασιλειάδης, στὴν ἐκπομπή του, μᾶς ξάφνιασε μὲ τὰ «ἥξεις, ἀφήξεις» του, μὲ τὴν προσπάθεια νὰ ἀποδείξει ὅτι δὲν ὑπῆρξε ἀπάτη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιμονὴ του νὰ δικαιολογήσει τὸν π. Παῦλο. Ναὶ μέν, εἶπε, δὲν ἦταν ἐπίσημος ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ὁ π. Παῦλος, ἀλλὰ πῆρε προφορικὴ ἄδεια-«εὐλογία» ἀπὸ τὸ ἀρχιεπισκοπικὸ Γραφεῖο. Καὶ τὰ λέγει αὐτά, ὅταν γνωρίζει ὅτι ἡ Ἀρχιεπισκοπὴ στὴν ἐπίσημη διάψευση ποὺ ἔκανε, μᾶς πληροφορεῖ ὅτι, ὄχι μόνο δὲν εἶχε δοθεῖ καμία ἄδεια στὸν π. Παῦλο Κουμαριανό, ἀλλὰ ἀντίθετα «ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ καὶ τοῦ ἔγιναν (γι’ αὐτή του τὴν ἐνέργεια) οἱ δέουσες συστάσεις»!(1) Τελικὰ ἀπὸ ποιόν διεπράχθη ἡ ἐξαπάτηση; Ποιά παιχνίδια παίζονται πίσω ἀπὸ τὴν βιτρίνα; Καὶ πῶς νὰ θεωρήσουμε ἀξιόπιστους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. καθηγητῆ, πὼς «ἐγώ, οὔτε προσπάθησα νὰ τὸν καλύψω, οὔτε νὰ τὸν κατηγορήσω»;(2) Λυπούμαστε, ἀλλὰ ὁ κ. Βασιλειάδης ἐπέλεξε τὴν ὁδὸν τῆς παραπληροφόρησης. α) Παρόλο ποὺ ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ π. Παῦλος συμμετεῖχε σὲ μιὰ μικρὴ (ἢ μεγάλη) ἐξαπάτηση, τὸν δικαιολογεῖ. Γιατί; Μήπως ἐπειδὴ ὅσα εἶπε στὴν Ἡμερίδα ἦταν ἀλληλέγγυα τῶν οἰκουμενιστικῶν θέσεων καὶ ἡ ἀποκάλυψη τοὺς ἐκθέτει; β) Ἤ, μήπως, μὲ ὅσα γράφει, θέλει ἔμμεσα νὰ παρουσιάσει ψευδόμενη τὴν Ἀρχιεπισκοπή; Ἀφήνουμε τὰ συμπεράσματα στοὺς ἀναγνῶστες. ΙΙ) Ἂν στὸ θέμα τοῦ «ποιός ἐξαπάτησε ποιόν» δὲν μᾶς διαφώτισε, ὅμως, ὡς πρὸς τὴν οὐνιτικὴ τοποθέτηση τοῦ π. Π. Κουμαριανοῦ περὶ διακοινωνίας(3), εἶναι ἐξόφθαλμη ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Βασιλειάδη νὰ τὸν «ἀθωώσει», ἀρθρώνοντας θεολογικὸ λόγο ἀκαταλαβίστικο καὶ αὐτοαναιρετικό. Διαβάστε καὶ βγάλτε νόημα καὶ συμπέρασμα. Εἶπε: «Εἰδικὰ ἡ παρέμβαση τοῦ π. Παύλου δημιούργησε μία ἀντίδραση, ὅτι προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλλει τὴν ἄποψη τῆς διακοινωνίας, δηλαδὴ ὅτι θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἔρθουμε σὲ κοινωνία καὶ ἀργότερα νὰ συνεχίσουμε τὸν Διάλογο. Ἐγὼ τὸ κατάλαβα ὡς ἁπλό, ὅτι ὁ Διάλογος γίνεται οὐσιαστικὰ χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν κοινωνία καὶ τὴν κοινὴ πίστη∙ χωρὶς κοινὴ πίστη δὲν μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε σὲ κοινὸ ποτήριο, ὅταν ἔχουμε τὴν κοινὴ πίστη, τότε θα συνεχίσουμε τὸν Διάλογο, γιατί σ’ αὐτὴ τὴν φάση ἦταν ἡ ἄποψή του, ὅτι δὲν ἦταν ὁ Διάλογος αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ προσέφερε στὴν ὅλη ὑπόθεση»! Λυπᾶμαι, ποὺ δὲν μπορῶ νὰ βοηθήσω τοὺς ἀναγνῶστες, ὥστε νὰ ἀποκρυπτογραφήσουν αὐτὲς τὶς σκέψεις. Δυὸ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Ἡμερίδα, ὅμως, θὰ βοηθήσουν ὥστε νὰ γίνει κατανοητὴ ἡ αὐτοαναίρεση τοῦ κ. καθηγητή: ὅταν ἄρχισαν οἱ ἔντονες ἀντιδράσεις τοῦ κοινοῦ κατὰ τῆς οὐνιτικῆς τοποθετήσεως τοῦ π. Παύλου, τότε α) ὁ κ. Βασιλειάδης πῆρε ἀμέσως τὸ λόγο καὶ ἀποκάλεσε τὴν τοποθέτηση τοῦ π. Παύλου «προβοκατόρικη»(!)(4), β) ὁ καθηγητὴς Μαρτζέλος παρενέβη καὶ «ἄδειασε» τὸν π. Παῦλο δηλώνοντας: «Θὰ κάνω μία παρέμβαση... Ἡ ἑνότητα τῆς Πίστεως, προηγεῖται τῆς ἑνότητος τῆς (κοινωνίας). Γιὰ νὰ ὑπάρχει δηλαδὴ ἑνότητα στὰ μυστήρια, πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ ἐκ τῶν προτέρων ἑνότητα στὴν πίστη. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνο δὲν ἀφήνει χῶρο γιὰ μιὰ τέτοια νύξη», δὲν ἔχει, δηλαδή, περιθώρια ἐφαρμογῆς ἡ σκέψη-εὐχὴ τοῦ «π. Παύλου». 2. Γιὰ νὰ δικαιολογήσει ὁ κ. Βασιλειάδης τὸν ἰσχυρισμό του, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἐκπρόσωποι, ἀνέφερε στὴν ἐκπομπή, ὅτι τὴν Ἡμερίδα χαιρέτησαν μόνο δύο ἐκπρόσωποι. Ὅμως τὸ CD τῆς Ἡμερίδας ποὺ ἀκούσαμε, διαψεύδει καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κ. Βασιλειάδη, ὁ ὁποῖος συγκεκριμένα εἶπε: «ἔλεγα (σ.σ. ἐννοεῖ στὴν ἐπιστολὴ ποὺ μᾶς ἔστειλε), ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν, οὔτε τῶν Ἱδρυμάτων, ἁπλῶς χαιρέτησαν τὴν Ἡμερίδα, ὅπως ἀναφερόταν στὸ πρόγραμμα, ὁ ὀργανωτής, ὁ οἰκοδεσπότης τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, (δηλ.) ὁ Πρύτανης καὶ ὁ ὁμιλῶν». Θὰ μᾶς συγχωρήσει νὰ τοῦ ὑπενθυμίσουμε ὅτι δὲν ἀκριβολογεῖ (καὶ ποιός ἄραγε ὁ λόγος νὰ κρύβει τὴν ἀλήθεια;). Τὴν Ἡμερίδα χαιρέτησαν ἐκτὸς ἀπὸ τὰ δύο πρόσωπα, ὅπως μᾶς λέγει, ἄλλα πέντε ἢ ἕξι πρόσωπα ἀκόμα, ὅπως 1) ὁ κ. Ἰω. Κογκούλης, 2) ὁ Πρωτοσύγγελος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ τοπικοῦ Μητροπολίτη, 3) ὁ Νομάρχης Θεσσαλονίκης κ. Παν. Ψωμιάδης, 4) ὁ κ. …………….., καθηγητὴς Διεθνολόγος, 5) ὁ κ. ………………, ἐκπρόσωπος τῆς Βιβλικῆς Ἑταιρείας (δὲν ἀκούγονται τὰ ὀνόματά τους στὸ CD) καὶ βέβαια, ὁ π. Παῦλος. 3. Ὁ κ. Βασιλειάδης κατηγορεῖ, τόσο τὰ κείμενα τοῦ «Κοσμᾶ Φλαμιάτου», ὅσον καὶ τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ» (ὅπως καὶ ἐνέργειες κάποιων ἄλλων ποὺ δὲν κατονομάζει), ὅτι ἀποτελοῦν «ἐπιθέσεις ἐναντίον τῆς συντεταγμένης Ἐκκλησίας» καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἀπαράδεκτα καὶ ἐπικίνδυνα, γιατὶ συντελοῦν νὰ «ἀποδομηθεῖ ὅλο τὸ πρόγραμμα (τῶν Διαλόγων) τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς μαρτυρίας πρὸς τὰ ἔξω». Σὲ ἄλλο σημεῖο καὶ στὴν ἴδια ἐκπομπὴ ὁ κ. Βασιλειάδης, ἐκεῖ ποὺ οἱ Ὀρθόδοξοι βλέπουν καταπάτηση Ἱ. Κανόνων, κατὰ τὴν διεξαγωγὴ τῶν Διαλόγων (μὲ τὶς συμπροσευχὲς καὶ τὴν ἐπιβολὴ αἱρετικῶν θέσεων), αὐτὸς βλέπει πρόοδο. Ἰσχυρίζεται, μάλιστα, ὅτι μὲ τοὺς Διαλόγους «δὲν ἀπεμπολεῖς τίποτε ἀπὸ τὴν πίστη σου», ἀντίθετα μὲ τὸν Διάλογο στερεώνεται κανεὶς περισσότερο στὴν Πίστη. Καὶ καταλήγει, ὅτι μόνο ὡς «ὑποψίες» καὶ ἀστήρικτοι φόβοι μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν ὅσα ἀρνητικὰ εἰπώθηκαν γιὰ τὴν Ἡμερίδα τῆς Θεσσαλονίκης καὶ γιὰ τὸ Συνέδριο τῆς Πάφου. Αὐτὲς οἱ δυσοίωνες προβλέψεις, εἶπε, «ἀποδείχτηκαν ἀστήριχτες». “Ξεδιάλυναν” (τώρα τὰ πράγματα καὶ ἀποδείχτηκε πὼς) δὲν συμβαίνει τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά». Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν ἔχουν ἔτσι τὰ πράγματα. Τὰ γεγονότα τὸν διαψεύδουν. Ὄχι μόνο δὲν παρατηρεῖται «προόδος» στοὺς Διαλόγους, ἀλλ’ ἀντίθετα, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς διεξαγωγῆς τους παρατηρεῖται διαστρέβλωση καὶ εὐτελισμὸς τῆς Πίστεως. Οἱ ἡγέτες τοῦ Διαλόγου παρουσιάζουν συμπεριφορὰ ὑποτελείας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Κι ὄχι μόνο δὲν «ξεδιάλυναν» οἱ φόβοι τῶν πιστῶν μετὰ τὴν Ἡμερίδα καὶ τὸ Συνέδριο τῆς Πάφου στὴν Κύπρο, ἀλλὰ ἔγιναν μεγαλύτεροι. Ἀναφέρουμε κάποιους συγκεκριμένους «σαπροὺς καρποὺς» τῶν Διαλόγων καὶ τῆς οἰκουμενιστικῆς κακοδοξίας: Στὰ πλαίσια τοῦ Διαλόγου ἀποδέχονται τὴν ΑΙΡΕΤΙΚΗ διδασκαλία περὶ «ΑΔΕΛΦΩΝ ἐκκλησιῶν» καὶ «ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗΣ θεολογίας» Ι) Στὸ Μπάλαμαντ τοῦ Λιβάνου, δυστυχῶς, «οἱ ἀντιπρόσωποι Ὀρθόδοξων Ἐκκλησιῶν συμφώνησαν μὲ τοὺς ΡΚαθολικοὺς καὶ ὑπέγραψαν κοινὴ δήλωσι –τελείως ἀπαράδεκτη ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως– ὀκτὼ Ἐκκλησίες(5). Σύμφωνα μὲ (τὴ δήλωσι) αὐτὴ ὁ ΡΚαθολικισμὸς ἀναγνωρίζεται ὡς ἰσότιμος Ἐκκλησία μὲ τὴν καθ’ ἡμᾶς Μία, Ἁγία...Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία... Μετὰ τὴν ψευδο-σύνοδο Φερράρας... εἶναι ἡ δεύτερη φορὰ ποὺ Ὀρθόδοξοι ἀμνηστεύουν τὶς σοβαρὲς αἱρέσεις» τοῦ παπισμοῦ. «Καὶ ὁ μὲν παπισμὸς ἐπέτυχε ...ὅ,τι μὲ τὸν Διάλογο “ἀγάπης καὶ ἀλήθειας” ἐστόχευε, ἡ δὲ Ἁγία μας Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία …ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν διάλογο τετρωμένη»(6), ἀφοῦ –κατὰ τὴν ὀρθόδοξη πίστη– ὅ,τι ἀποκαλεῖται “ἐκκλησία”, ἀλλ’ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι παρὰ «συνάθροιση αἱρετικῶν ποὺ ἔχουν ἀπολέσει τὴν μία πίστη στὸν ἕνα Κύριο καὶ κατὰ συνέπεια τὸ βάπτισμα τὸ ὁποῖο τελεῖται ἀπὸ αὐτούς, δὲν εἶναι τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα»(7). ΙΙ) Ὡς γνωστόν, Συμπρόεδρος τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Διαλόγου, εἶναι ὁ Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης (Ζηζιούλας), ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἐκφραστὴς τῆς αἱρετικῆς «Βαπτισματικῆς Θεολογίας», καὶ ἤδη ἀπὸ τὸ 1985, ὡς λαϊκός ἀκόμα, «πρότεινε “νὰ ὁμιλοῦμε γιὰ τὰ ὅρια τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῇ βάσει ...τῆς βαπτιστικῆς ἑνότητας”»(8). Ἔτσι, δυστυχῶς σήμερα ἡ «ἀναγνώριση τοῦ αἱρετικοῦ Βαπτίσματος ἀπὸ τοὺς Ὀρθόδοξους Οἰκουμενιστὲς εἶναι πλέον μία πραγματικότητα στὰ πλαίσια τοῦ διαλόγου μὲ τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς καὶ στὸ Π.Σ.Ε.»(9). Αὐτὴ λοιπόν, τὴν «πρόοδο» τοῦ Διαλόγου στὰ θέματα τῆς Πίστεως, νὰ τὴν χαίρεται ὁ κ. Βασιλειάδης. Κατὰ τὰ ἄλλα μᾶς διαβεβαιώνει, ὅτι δὲν ἄλλαξε τίποτα στὰ θέματα τῆς Πίστεως, ἀντίθετα σημειώνεται πρόοδος! Τὴν ἴδια διαπίστωση, ὅτι στὰ πλαίσια τοῦ Διαλόγου προδίδεται ἡ Πίστις, κάνει καὶ ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου. Γράφων περὶ τῆς Βαπτισματικῆς Θεολογίας, παρατηρεῖ πὼς «ἡ συμφωνία στὸ Μπαλαμὰντ τὸ 1993» ἦταν μόνο ἡ ἀρχή. Ἀπό τότε ἔγιναν καὶ ἄλλα βήματα …οἰκουμενιστικῆς «προόδου»! Καὶ ἀναφέρεται ὁ Ναυπάκτου σ’ ἕνα «κείμενο ποὺ ὑπογράφηκε στὴν Ἀμερικὴ μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν, μὲ τίτλο “βάπτισμα καὶ μυστηριακὴ κοινωνία”… Στό συμφωνημένο κείμενο λέγεται: ”Ἀμφότερα τὰ μέλη τῆς Κοινῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, Ὀρθόδοξοι καὶ Ρωμαιοκαθολικοί, ἀναγνωρίζομεν εἰς τὰς παραδόσεις ἀλλήλων κοινὴν διδασκαλίαν καὶ κοινὴν πίστιν περὶ Βαπτίσματος, παρὰ τὰς διαφοροποιήσεις εἰς τὴν πρᾶξιν, αἱ ὁποῖαι, ὡς πιστεύομεν, δὲν ἐπηρεάζουν τὴν οὐσίαν τοῦ μυστηρίου”». Ἐκ τοῦ σημείου τούτου φαίνεται ὅτι ἡ χρήση τῆς φράσεως "ἀδελφὴ ἐκκλησία" γιὰ τὸν Παπισμό, δὲν ἀποτελεῖ φιλοφρόνηση, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀναγνώριση τοῦ Παπισμοῦ ὡς ἰσόκυρης Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ ἐξέλιξη ἐπισημαίνεται ἀπὸ ὀρθόδοξα χείλη, ὅπως τοῦ Καθηγούμενου τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου, π. Γεωργίου Καψάνη. Τὴν ἐπικαλεῖται, ὅμως, ἀπὸ τὴν πλευρά του θριαμβικά, ὡς θετικὴ ἐξέλιξη καὶ ὁ Οὐνίτης Ἐπίσκοπος κ. Δημ. Σαλάχας: «σύμφωνα μὲ τὸ κείμενο τοῦ Balanand (λέγει), “ὁ ὅρος <ἀδελφὲς Ἐκκλησίες> δὲν χρησιμοποιεῖται πλέον φιλοφρόνως, ἀλλὰ προσέλαβε ἐκκλησιολογικὴ σημασία”, ἐπεκτείνεται δὲ καὶ στὶς οὐνιτικὲς Ἐκκλησίες, τὶς ὁποῖες “πρέπει νὰ ἀναγνωρίσουμε ὡς …ἀδελφὲς Ἐκκλησίες”»(!)(10) Καὶ συνεχίζει ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου: Ἀπὸ τὰ ἐκτεθέντα «φαίνεται πόση σύγχυση ὲπικρατεῖ στοὺς οἰκουμενιστικοὺς κύκλους γύρω ἀπὸ τὰ θέματα αὐτά, καθὼς ἐπίσης καὶ ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν (Παπικῶν, Προτεσταντῶν ποὺ ἀλλοίωσαν τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος κ.λπ.) ἑρμηνεύεται ὡς ἀποδοχή τῆς ὑπάρξεως Ἐκκλησίας στοὺς αἱρετικοὺς καὶ ἀκόμη χειρότερο ὅτι καὶ οἱ “δύο Ἐκκλησίες”, Ὀρθόδοξη καὶ Λατινική, ἔχουν ἑνότητα παρὰ τὶς “μικρὲς” διαφορές... Εἶναι ἔκδηλη ἐδῶ ἡ θεωρία τῶν κλάδων… Ἡ βαπτισματικὴ θεολογία δημιουργεῖ τεράστια προβλήματα στοὺς Ὀρθοδόξους…». Περαίνει δὲ τὸ ἄρθρο του ὁ Ναυπάκτου, παραθέτοντας τὸ «συμπέρασμα τοῦ Πρωτοπρ. π. Γεωργίου Δράγα» πὼς «ἡ ἀποδοχὴ ὑπὸ Ὀρθοδόξων θεολόγων» τῶν θέσεων τῆς Βαπτισματικῆς θεολογίας «σημαίνει μᾶλλον σκόπιμον προδοσίαν τῶν ὀρθοδόξων θέσεων καὶ ὑποταγὴν εἰς τὰς δυτικὰς οἰκουμενιστικὰς προοπτικάς, ὅπερ ἀπορριπτέον!»(11). Ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό, ποιά θέση παίρνει ὁ κ. Βασιλειάδης; ἔχει ξεκάθαρη τοποθέτηση; Ἄς δοῦμε τί ὑποστήριξε στὴν ὑπὸ συζήτηση ἐκπομπή. (Ὑπ’ ὄψιν: ἐπειδὴ ὁ λόγος του ἦταν προφορικός, ἴσως κάποια σημεῖα στίξεως κατὰ τὴν ἀπομαγνητοφώνηση νὰ μὴ ἀποδίδονται ἐπακριβῶς): Ἀπαντᾶ στὸ ἐρώτημα ποὺ τοῦ ἔγινε κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐκπομπῆς: πῶς πρέπει νὰ ἀποκαλοῦμε τοὺς παπικούς; καὶ λέγει: «Τώρα, μία μεγάλη μερίδα χριστιανῶν, παπικοὺς τοὺς ἀναφέρουν μερικοί, Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄλλοι, πιστεύουν καὶ οἱ ἴδιοι (σ.σ. οἱ Παπικοί) ὅτι εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία… Ὑπάρχουν δύο δρόμοι, νὰ ποῦμε: ἐσεῖς εἶστε οἱ αἱρετικοί, οἱ ἁμαρτωλοί, εἶστε ἐκτός. Εἶναι ὅμως μιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα, πὼς λέτε πράγματα τὰ ὁποῖα λέμε κι ἐμεῖς. Ὁ Διάλογος, μὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι. Ἐλᾶτε νὰ δοῦμε πραγματικά, γιατί ὁδηγηθήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ σχῖσμα». Δὲν παίρνει, λοιπόν, θέση ξεκάθαρη. Βλέπει δυὸ δρόμους. Καὶ πράγματι, οἱ δυὸ δρόμοι ὑπάρχουν, ἀλλὰ μόνο στὸ μυαλὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ξέρουν μόνο τὸν ἕνα δρόμο καὶ ἐκφράζουν τὴν τοποθέτησή τους αὐτή, χωρὶς οἰκουμενιστικὲς εὐγένειες, ἄλλοτε μὲ σκληρὴ γλῶσσα, ἄλλοτε μὲ ἠπιότερη, ἀλλ’ ὅλοι ἐκπέμπουν στὸ ἴδιο μῆκος κύματος, τὴν ἴδια ἀλήθεια: ἡ αἵρεση καὶ τὸ σχῖσμα βρίσκονται ἐκτὸς Ἐκκλησίας. Καὶ συνέχισε: «Ὁ Διάλογος… αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι. Ἐλᾶτε νὰ δοῦμε πραγματικά, γιατί ὁδηγηθήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ σχῖσμα. Τὸ σχῖσμα γιὰ νὰ ἐπέλθει …σημαίνει ὅτι ὑπῆρχαν μερικὰ αἴτια. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἀναζητήσουμε αὐτὰ τὰ αἴτια. Πῶς θὰ τὰ ἀναζητήσουμε αὐτὰ τὰ αἴτια;». Αὐτὰ τὰ αἴτια κ. καθηγητά, τὰ ἔχουν ἀναζητήσει πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς, Ἅγιοι ἄνδρες. Τὰ ἔχουν ἐπισημάνει στοὺς Παπικοὺς μέσα ἀπὸ Συνόδους. Τὰ γνωρίζουν καὶ ἐκεῖνοι. Μερικοὶ παπικοί, μάλιστα, τὰ γνωρίζουν καὶ τὰ ἔχουν σπουδάσει πολὺ καλύτερα ἀπὸ μᾶς, δυστυχῶς, ὄχι μὲ σκοπὸ νὰ μετανοήσουν, ἀλλὰ για νὰ μᾶς μπερδεύουν στὶς συζητήσεις. Ἔτσι τώρα, ὅπως ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, δὲν διαλεγόμεθα γιὰ νὰ τοὺς πείσουμε –τάχα– γιὰ τὴν κάποια ἀναζητούμενη ἀλήθεια, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνουν συμβιβασμοί. Οἱ Πατέρες, ὅμως, (ἀκολουθοῦντες τοὺς Ἀποστόλους καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό), θέτουν προϋποθέσεις γιὰ τὸ Διάλογο τὴν καλὴ διάθεση, τὴν εἰλικρίνεια καὶ τὴ μετάνοια. Ἡ φοβερὴ εὐθύνη τῶν οἰκουμενιστῶν καὶ ἡ δική σας προσωπικά, ἂν μᾶς ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς τὸ ποῦμε ἐν εἰλικρινείᾳ, εἶναι ὅτι, παρόλο ποὺ τὸ Βατικανὸ καὶ ὁ Πάπας δὲν εἶναι συνεπεῖς στὰ συμφωνηθέντα, ἀλλὰ ἀνειλικρινεῖς καὶ τορπιλίζουν κάθε τόσο τὸν Διάλογο, οἱ Οἰκουμενιστὲς μὲ πρωτοπόρο τὸν Πατριάρχη, παρακάμπτουν αὐτὲς τὶς σαφεῖς εὐαγγελικὲς ὁδηγίες στὸν «διάλογο» μὲ τοὺς ἐμμένοντες ἀμετανοήτως στὴν πλάνη αἱρετικούς. Μᾶς λέτε ὅτι οἱ Παπικοὶ πιστεύουν πὼς ἀποτελοῦν «ἐκκλησία». Δὲν παίρνετε θέση, ὅμως, γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς θέσεώς τους. Οὔτε κἂν προσέξατε, ὅτι οἱ οἰκουμενιστὲς ξεχάσανε τί πιστεύανε καὶ τί διδάξανε οἱ Πατέρες, τί ἀποφασίσανε οἱ Οἰκουμενικὲς καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι∙ ἀπωθήσατε στὸ βάθος τοῦ ἀσυνειδήτου σας τὴν ἐκκλησιαστικὴ Παράδοση ποὺ θέλει τὶς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων νὰ εἶναι ὑποχρεωτικὲς γιὰ ὅποιον θέλει νὰ παραμένει Ὀρθόδοξος. Δὲν σᾶς ἀνησυχεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ οἰκουμενιστὲς δέχονται νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τοῦ Πρωτείου μὲ βάση, ὄχι τὶς θέσεις τῶν Πατέρων, ἀλλὰ τὶς αἱρετικὲς θέσεις τῶν Παπικῶν. Μὰ θὰ πεῖτε: κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Διαλόγου, θὰ τεθοῦν καὶ αὐτά. Πῶς νὰ σᾶς πιστέψουμε, ὅμως, ὅταν ἔχουν γίνει τόσες ὑποχωρήσεις∙ ὅταν κανεὶς δὲν μᾶς ἐξήγησε ὥς τώρα, α) γιατί οἱ συζητήσεις εἶναι μυστικές; (βγαίνουν κάποια ἄχρωμα ἀνακοινωθέντα), β) γιατί τὸ Προσχέδιο ποὺ θὰ ἐσυζητεῖτο στὴν Πάφο κρατήθηκε μυστικὸ καὶ διέρρευσε στὸ παρὰ πέντε; καὶ γ) γιατί τὸ Προσχέδιο περιελάμβανε, κυρίως, τοὺς παπικοὺς ἰσχυρισμοὺς περὶ Πρωτείου; Δὲν γίνεται ὁ Διάλογος (ἐσεῖς τὸ λέτε) «ἐπὶ ἴσοις ὅροις»; Ποῦ κρύφτηκαν λοιπόν, οἱ δικοί μας ὀρθόδοξοι ὅροι; Πῶς, ὅμως, νὰ βγεῖ καὶ νὰ ὁμολογήσει ὁ κ. Βασιλειάδης ξεκάθαρα τὴν Πίστη στὴ Μία Ἐκκλησία, ὅταν οἱ συνάδελφοί τους στὴν Ἡμερίδα ἔχουν ἄλλες θέσεις; Δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς κακοκαρδίσει. Ποιός ὑπονομεύει, λοιπόν, τὴν Πίστη; Οἱ διαμαρτυρόμενοι γιὰ τὶς καινοφανεῖς ἰδέες τῶν οἰκουμενιστῶν, ἢ οἱ συμμετέχοντες στοὺς Διαλόγους οἰκουμενιστές, τύπου Μητροπολίτη Μεσσηνίας, οἱ ὁποῖοι ἀμφισβητοῦν καὶ τὸ Δόγμα τῆς Πίστεως σὲ ΜΙΑ Ἐκκλησία; ΙΙΙ. Ἂς δοῦμε, λοιπόν, τὴν πρόοδο τοῦ Διαλόγου, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς αἱρετικῆς θέσεως τοῦ Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσοστόμου, ποὺ εἶναι μέλος τῆς Μικτῆς Θεολογικῆς Επιτροπῆς καὶ ἦταν εἰσηγητὴς καὶ ὁμοτράπεζος στὴν Ἡμερίδα τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ κ. Βασιλειάδη. Ἰσχυρίζεται ὁ κ. Χρυσόστομος τὸ ἐξωφρενικό, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία, ἀλλὰ ἀνήκει στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία; Δηλαδὴ ἀποδέχεται ὁ κ. Χρυσόστομος, ὅτι ὑπάρχει κάποια ἄλλη Ἐκκλησία, περιεκτικότερη καὶ μεγαλύτερη, ἐντὸς τῆς ὁποίας –ἕνα κλάδος, ἕνας πνεύμονας, ἕνα τμῆμα;– εἶναι καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία; Καὶ δὲν εἶναι ἀνατρεπτικῆς τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας ἡ τοποθέτησή του αὐτή; Δὲν ἀποτελεῖ υἱοθέτηση αἱρετικῶν θέσεων τῶν ἑταίρων μας στὸ Θεολογικὸ Διάλογο; Κι ὅμως, αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ θέση, ποὺ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν Μητροπ. Μεσσηνίας, (νὰ ἡ «πρόοδος» τοῦ Διαλόγου!) δημοσιεύτηκε στὸ περιοδ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «β) Ὁ καθορισμός καὶ ἡ διευκρίνιση, ὅτι μὲ τοὺς ὅρους ”Ἐκκλησία”, ”ἡ ἀνὰ τὸν κόσμον Ἐκκλησία”, ”ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία” καὶ ”τὸ σῶμα Χριστοῦ” δὲν ὑπονομεύετε ἀπὸ τὴν Μικτὴ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκει, εἰς τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὸ Σύμβολο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως»(12). Τὴν θέση δὲ αὐτὴ ἐπαναλαμβάνει ὁ Μεσσηνίας καὶ στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν καθηγητὴ κ. Δημ. Τσελεγγίδη(13): «γ) Στὴν §13 τοῦ ἄρθρου σας δὲν κατανοῶ εἰς τί ἔγκειται ἡ ἐπιφύλαξή σας καὶ “τὸ ἐκκλησιολογικὸ ἀπαράδεκτο καὶ ἀντιφατικό“. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι Μία καὶ Ἀδιαίρετη, πρὶν τὸ σχῖσμα, σήμερα εἶναι διηρημένη, ἀφοῦ βρισκόμαστε σὲ σχῖσμα, αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει τὸ περιεχόμενο τῆς §41 τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας»(14). Ἡ αἱρετικὴ αὐτὴ θέση τοῦ Μητροπολίτη Μεσσηνίας ἐπιβεβαιώνεται καὶ ἀπὸ τὸν Διάλογο ποὺ εἶχε μαζί του, μέσα στην Ἱεραρχία τοῦ Ὀκτωβρίου, ὁ Σεβ. Μητροπ. Πειραιῶς π. Σεραφείμ. Ὁ Πειραιῶς «τὸν προκάλεσε ἂν πιστεύη ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία. Καὶ αὐτὸς εἶπε ὅτι εἶναι Μία ἀλλὰ διηρημένη. Καὶ τοῦ ἀπάντησε ὁ Πειραιῶς ὅτι εἶναι λάθος του νὰ πιστεύη τέτοια. Ἡ Μία Ἐκκλησία, δὲν διαιρέθηκε ποτέ, ἀλλὰ ὑπάρχει πάντοτε ἐπὶ τῆς γῆς»(15). Δὲν γνωρίζει ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας (καὶ Πανεπιστημιακὸς καθηγητὴς) τὴν διατύπωση τοῦ Ἰ. Πόποβιτς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ συμπερίληψη τῶν Πατερικῶν θέσεων: «ποτὲ δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ μόνον χωρισμὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν… Εἰς διαφόρους καιροὺς ἀπεσχίσθησαν… οἱ αἱρετικοὶ καὶ σχισματικοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ συνέπειαν ἔπαυσαν νὰ εἶναι μέλη τῆς Ἐκκλησίας»;(16) Ἐπὶ πλέον, δὲν φοβεῖται μήπως ἐκπέσει τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, ἐπιμένων σὲ τέτοιες αἱρετικὲς οἰκουμενιστικὲς θέσεις, τὴν στιγμὴ –μάλιστα– ποὺ σὲ πρόσφατα κείμενά του ὑπεραμύνεται τῆς Συνοδικότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; (Μὲ θλίψη σκέφτεται κανείς: πῶς ἀνέχεται ἡ Σύνοδος, ἐφ’ ὅσον εἶναι Ἱερά, νὰ ἐκφράζονται ἀπὸ μέλη της Ἐπισκόπους, τέτοιες καταλυτικὲς τῆς μοναδικότητος τῆς Ἐκκλησίας ἀπόψεις; Γιατί δὲν τοὺς καλεῖ ἢ νὰ ἐπανορθώσουν ἢ νὰ παραιτηθοῦν;). ΙV) Καὶ ἔρχομαι στὴν ἄλλη θέση τοῦ κ. Βασιλειάδη, ποὺ ταυτίζεται μὲ ἐκείνη τοῦ Μητροπ. Μεσσηνίας (παρατίθεται στὸ τέλος τῆς ὑποσ. 12): οἱ φόβοι, ὅτι «στὸ Συνέδριο τῆς Πάφου κάτι “θὰ γινότανε” ἀποδείχτηκαν ἀστήριχτες -λέγει- (σ.σ. καὶ τώρα ποὺ τὰ πράγματα) “ξεδιάλυναν”, (ἀποδείχτηκε ὅτι) δὲν συμβαίνει τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ» ποὺ μᾶς κατηγοροῦσαν. Πράγματι, στὴν Κύπρο δὲν ἔγινε αὐτὸ ποὺ εἶχαν προγραμματίσει οἱ Οἰκουμενιστές. Δὲν ἔγινε, ὅμως, γιατὶ δὲν τοὺς ἐπετράπη καὶ ὄχι γιατὶ δὲν τὸ ἤθελαν. Ἔτσι, ὀνειρεύονται πὼς ἡ πραγματοποίηση τῶν σχεδίων τους -γιὰ μιὰ οὐνιτικοῦ τύπου ἕνωση- θὰ γίνει στὸ ἐγγὺς μέλλον, ἴσως τὸ 2010 στὴ Βιέννη, ἴσως κάπου ἀλλοῦ. Καὶ ἀπὸ ποῦ συμπεραίνουμε, πὼς αὐτὲς ἦσαν οἱ ἐπιδιώξεις τους; Πῶς φαίνεται αὐτό; Ἀπὸ τὰ ὅσα ὑποστήριξαν οἱ ὁμιλητὲς στὴν Ἡμερίδα τῆς Θεσ/νίκης καὶ ἀπὸ ὅσα περιελάμβανε τὸ Προσχέδιο ποὺ θὰ ἐσυζητεῖτο στὴ Κύπρο(17). Εἴμαστε παρόντες στὴν Θεσσαλονίκη. Ἀκούσαμε τὶς προτάσεις τῶν συνέδρων, ὅπως ἐπίσης ἦρθε στὰ χέρια μας καὶ τὸ «μυστικὸ» προσχέδιο, τὸ ὁποῖο δακτυλογραφήσαμε καὶ κυκλοφορήσαμε πρὶν ἀπὸ τὴν Συνεδρίαση στὴν Κύπρο. Ἐξ ἄλλου, πάλι ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας στὸ περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», προσεγγίζοντας θεολογικὰ τὸ Κείμενο τῆς Ραβέννας, σημειώνει ὅτι «ἀποτελεῖ συνέχεια τῶν κειμένων τοῦ Μονάχου, τοῦ Bari καὶ τοῦ Νέο Βάλαμο» καὶ ὅτι ἀπὸ τὸ τελευταῖο «ὑποδεικνύεται ὡς βασικὴ κανονικὴ ἀρχὴ ἐφαρμογῆς καὶ λειτουργίας τοῦ “πρωτείου” στὴν Ἐκκλησία ἡ κανονικὴ παράδοση τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα»(18). Σ’ αὐτό, λοιπόν, ἐτίθετο ὡς βάση τῆς συζητήσεως γιὰ τὸ Πρωτεῖο, ὁ ἄσχετος ἱστορικὰ μ’ αὐτὸ 34ος Ἀποστολικὸς Κανόνας, ποὺ ἀφορᾶ τὶς σχέσεις τοῦ Μητροπολίτη μὲ τοὺς ὑπόλοιπους Ἐπισκόπους τῆς περιοχῆς, στὴν ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνη(19). Γράφει σχετικὰ ὁ θεολόγος Π. Τελεβάντος: «Ἂν τὸ “πρωτεῖο” γινόταν δεκτὸ ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ κανόνα, τότε δὲν θὰ μποροῦσε οὔτε Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ συγκληθεῖ χωρὶς τὴ συγκατάθεση τοῦ Πάπα. Πολλῷ μᾶλλον δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπικυρωθοῦν οἱ ἀποφάσεις της χωρὶς Παπικὴ ἔγκριση! Μὲ ἄλλα λόγια ἡ Παπικὴ ἐκκλησιολογία θὰ ἐπέλαυνε ἀκάθεκτη “στὰ ἅγια τῶν ἁγίων” τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὁ συνοδικὸς θεσμὸς θὰ γινόταν κουρέλι στὰ πόδια τοῦ Πάπα. Ἔτσι οἱ Παπικοὶ θὰ ἔπαιρναν αὐτὸ ποὺ πάντα ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς Ὀρθόδοξους: Θὰ ἀναγνωριζόταν τὸ παπικὸ “πρωτεῖο” ὅπως τὸ ἑρμηνεύει καὶ τὸ ζεῖ ἡ Βατικάνεια θεολογία». Ὅμως, ἡ Πρόνοια τοῦ Θεοῦ ἔφερε ἔτσι τὰ πράγματα, ὥστε γιὰ πρώτη φορὰ τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ γίνει συζήτηση καὶ ἔπειτα ἀπὸ ἀφάνταστες ἀντιρρήσεις –ὅπως μᾶς ἐκμυστηρεύτηκε Ἐπίσκοπος παρὼν στὴ Σύνοδο τῆς Ἱεραρχίας (ΟΚΤ 2009)–, νὰ παρθεῖ ἀπόφαση-φραγμὸς πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση. Τὰ χέρια τῶν δύο ἐκπροσώπων μας στὸ Διάλογο «ἐδέθηκαν» ἀπὸ τὴν Ἱεραρχία (πρᾶγμα ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ ἀπειλήσουν μὲ παραίτηση, γιατὶ εἶναι γνωστὲς οἱ οἰκουμενιστικὲς τοποθετήσεις τους). Πῆραν Ἐντολή-Ὁδηγία, νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τοῦ παπικοῦ Πρωτείου, ὄχι μὲ βάση τὸν 34ο Ἀποστολικὸ Κανόνα ποὺ προέβλεπε τὸ Προσχέδιο, ἀλλὰ τὸν 3ο Κανόνα τῆς Β΄ καὶ τὸν 28ο Κανόνα τῆς Δ΄ Οικουμενικῶν Συνόδων. Αὐτὲς οἱ «ἐντολὲς τῆς Ἑλλαδικής Ἱεραρχίας .…ἔσπασαν κυριολεκτικὰ τὴ ραχοκοκκαλιὰ τοῦ ὁράματος τῆς οὐνιτικοῦ τύπου ἕνωσης μὲ τοὺς Παπικοὺς ποὺ προωθοῦσε τὸ Φανάρι, τὸ ὁποῖο ἐπεδίωξε νὰ ἑρμηνεύσει τὸ “πρωτεῖο” ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ 34ου κανόνα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων». Ἄρα δὲν «ξεδιάλυναν» τὰ πράγματα κ. Βασιλειάδη, ἀλλὰ ξεγυμνώθηκαν οἱ προθέσεις τῶν οἰκουμενιστῶν, ἀποκαλύφθηκαν οἱ πονηρὲς «μεθοδεῖες» τοῦ διαβόλου, ποὺ στόχευε στὴν ἐξαπάτηση τῶν ὀρθοδόξων διὰ μέσου τῶν «ὀρθόδοξων» οἰκουμενιστῶν, μὲ τὴ χρησιμοποίηση, μάλιστα, Κανόνα Οἰκουμενικῆς Συνόδου! 4. Ὁ κ. Βασιλειάδης θίγει καὶ τὸ θέμα τοῦ filioque, ἀναφέροντάς το ὡς ἀποδεικτικὸ τῆς «προόδου» τῶν Διαλόγων. Γράφει πὼς σὲ «σειρά συνεδρίων συζητήθηκε ἐπιστημονικὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τὸ πρόβλημα τῆς προσθήκης αὐτῆς τοῦ filioque, καὶ ἀποδείχτηκε ὅτι, εἶχε βέβαια καὶ ἐπιπτώσεις αὐτὴ ἡ προσθήκη, ἀλλὰ ἀποδείχτηκε ὅτι τὸ αὐθεντικὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι αὐτὸ χωρὶς τὸ filioque…, ὅτι ἤτανε ἄσκοπη ἡ προσθήκη… Σήμερα ἔχουν ἀποδεχθεῖ ὅλοι ὅτι τὸ αὐθεντικὸ Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως εἶναι αὐτὸ χωρὶς τὸ filioque. Αὐτὸ εἶναι μία κατάκτηση τοῦ Διαλόγου». Τὰ γεγονότα, ὅμως, δὲν τὸν δικαιώνουν. α) Διότι δὲν χρειάζονταν πολυετῆ ἐπιστημονικὰ συνέδρια γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὸ αὐτονόητο: πὼς τὸ «αὐθεντικὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι αὐτὸ χωρὶς τὸ filioque». Αὐτὸ ὅλοι τὸ γνώριζαν καὶ ὁ Πάπας πολλές φορὲς τὸ ἐκφωνοῦσε «αὐθεντικά» (γιὰ λόγους προπαγανδιστικούς). Τὸ θέμα εἶναι, τί ἔκαναν τώρα ποὺ τὸ «ἀνακάλυψαν»; Μήπως μετανόησαν καὶ ζήτησαν συγγνώμη, ὅπως ἀπαιτοῦν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες; Ὄχι βέβαια, γιατὶ αὐτὸ θὰ ἔθιγε τὸ ἀλάθητο τοῦ Πάπα καὶ γιατὶ τὴν μετάνοια ἡ αἵρεση δὲν τὴν ἀντέχει, ἀφοῦ ἡ προσθήκη αὐτὴ ἀποτελεῖ τεράστια βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος∙ καὶ εἶναι γνωστό, τί ἔχει πεῖ ὁ Χριστὸς γιὰ τὴν ἁμαρτία αὐτή. Ἔτσι, τὸ διατηροῦν. β) Ἔπεισε τὸ Βατικανὸ τοὺς συνοδοιπόρους του, νὰ χαρακτηρίζουν τὸ filioque μὲ οἰκουμενιστικοὺς ὅρους. Π.χ., ἐσεῖς, κ. Βασιλειάδη, πεισθήκατε νὰ χαρακτηρίσετε αὐτὴ τὴν αἵρεση καὶ βλασφημία κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς μιὰ ἁπλῆ καὶ «ἄσκοπη προσθήκη»! Ἄλλοι δέ, ὅπως ὁ Μητροπολίτης Καλαβρύτων, τὸ ὀνομάζουν «θεολογούμενο». Καὶ ὅταν (μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Καλαβρύτων νὰ ἀρνεῖται τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ filioque ὡς αἵρεσης) ἔγιναν στὴν Ἱ. Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τέσσερις ἐπίσημες ἐρωτήσεις, ὥστε νὰ ἀπαντήσει ἂν εἶναι αἵρεση τὸ filioque, ἡ Ἱ. Σύνοδος ἐπὶ τρία χρόνια ἀρνεῖται νὰ ἀπαντήσει, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίσημη γραμμὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως διεμήνυσαν ἀπὸ τὸ Γραφεῖο τῆς Ἱ. Συνόδου. Αὐτὴ εἶναι ἡ «πρόοδος» τῶν Διαλόγων καὶ ὡς πρὸς τὸ filioque. Καὶ οἱ Μητροπολῖτες Μεσσηνίας καὶ Καλαβρύτων, ποιμένουν -κατὰ τὰ ἄλλα- θεοφιλῶς τὶς ἐπαρχίες τους! Βεβαία, δὲν θὰ προκαλοῦσε ἔκπληξη τὸ γεγονός, τὸ Βατικανὸ νὰ ἀφαιρέσει τὸ filioque, ἀφοῦ ὅλη ἡ προσπάθεια τῶν Παπικῶν στρέφεται στὴν διατήρηση τοῦ παπικοῦ Πρωτείου. Ὅμως, μὴν ὑποτιμοῦμε τὶς σκοπιμότητες ποὺ ὑπάρχουν πίσω ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῶν Παπικῶν, νὰ περάσουν τὸ filioque ὡς κάτι δευτερεῦον. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε πὼς ὁ καθηγητὴς Ἰωάννης Καρμίρης προέτρεψε τὸν ἀείμνηστο π. Σπυρίδωνα Μπιλάλη νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ Filioque, διότι (τοῦ τόνισε): «ἡ “μεγάλη μάχη θὰ δοθῆ στὸ Filioque”, ποὺ οἱ παπικοὶ θὰ ἀγωνιστοῦν νὰ περάσουν ὡς ‘’θεολογούμενο” μὲ τὴν ἀνοχὴ τῶν ὀρθοδοξολογούντων Φαναριωτῶν-Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν δορυφόρων τους»(20). 5. Εἶπε στὴν ἐκπομπή του ὁ κ. Βασιλειάδης, ὅτι ἀπὸ κάποιους (ἄρα καὶ ἀπὸ ἐμᾶς, ἀφοῦ ἡ ἐκπομπή του ἦταν ἀπάντηση στὴν ἐπιστολή μας) «συνεχίζονται οἱ ἐπιθέσεις τόσον ἐναντίον τῆς συντεταγμένης Ἐκκλησίας», ὅσο καὶ ἐναντίον του. Δὲν γνωρίζουμε πῶς ἀκριβῶς ἐννοεῖ τὸν αὐθαίρετο (καὶ ἄγνωστο στὴν Πατερικὴ γραμματεία) ὅρο «συντεταγμένη Ἐκκλησία». Νομίζουμε πὼς ἡ ἐφεύρεση τοῦ κοσμικοῦ αὐτοῦ ὅρου, ἐξυπηρετεῖ καὶ διευκολύνει «τὴν ἱεραρχικὴ ἀντίληψη, ὥστε νὰ μὴ γίνεται δεκτὴ ἡ φωνὴ» τῶν ὀρθοδόξως φρονούντων κληρικῶν καὶ λαϊκῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως, διαβεβαιώνουμε τὸν κ. καθηγητή, ὅτι ἐμεῖς δὲν κάναμε καμιὰ ἐπίθεση ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε τὴν ὑπονομεύουμε, ὅπως «ἐπιτηδείως» μᾶς διαβάλλει, (καὶ δείξαμε δι’ ὀλίγων, ποιοί τὴν ὑπονομεύουν), οὔτε στραφήκαμε ἐμπαθῶς κατὰ κάποιων θεσμικῶν ἐκπροσώπων της (κληρικῶν), οὔτε φυσικὰ κατὰ τοῦ ἰδίου. Ἀντίθετα, ἐπισημάναμε πὼς κάποιοι θεολόγοι καθηγητές, Ἐπίσκοποι, Ἀρχιεπίσκοποι καὶ Πατριάρχες, αὐτοὶ εἶναι ποὺ διασύρουν τὴν Ἐκκλησία μέσω τῶν Διαλόγων, (καὶ στὸ παρελθὸν ἡ διαχρονικὴ Ἐκκλησία κατεδίκασε τέτοια πρόσωπα), ἀφοῦ διεξάγουν τοὺς Διαλόγους μὲ τρόπους ποὺ ἐναντιώνονται στὶς Ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καὶ ἄρα χωρὶς τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Διαλέγονται σύμφωνα μὲ τὸ ἰδικό τους θέλημα (ἂν ὄχι τοῦ Βατικανοῦ) καὶ ὄχι μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ἔχει ἀποδειχθεῖ ἀπὸ πολλοὺς σύγχρονους θεολόγους, ἀσχοληθήκαμε καὶ ἐμεῖς μὲ τὸ θέμα αὐτὸ –κατὰ δύναμιν– ὄχι μὲ Πατερικὰ τσιτάτα, ἀλλὰ μὲ ἑκατοντάδες Πατερικὰ κείμενα, τὰ ἀντιπροσωπευτικότερα τῆς πατερικῆς γραμματείας, ἀναλύοντας τὴν δεινῶς καταπατούμενη ἀπὸ τοὺς οἰκουμενιστὲς Πατερικὴ θέση καὶ Ἀποστολικὴ Ἐντολή: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον, μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» στὸ βιβλίο «Ἡ Πατερικὴ στάση στοὺς Θεολογικοὺς Διαλόγους». Ἔτσι ἔχουμε καὶ προσωπικὴ γνώση. Πῶς ὅμως, ὁ κ. Βασιλειάδης, ἀπὸ τὴ μιὰ δηλώνει ὅτι ἐπιζητᾶ τὶς «θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις», ἀναγνωρίζει τὴν δυνατότητα ἔκφρασης γνώμης γιὰ τὰ θέματα τοῦ Διαλόγου σὲ ὅλους τοὺς πιστούς, διακηρύσσει ὅτι ὅλοι οἱ πιστοὶ εἶναι ἐλεύθεροι νὰ διατυπώσουν ἄλλη τοποθέτηση καὶ ἀντίλογο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μᾶς κατηγορεῖ ὅτι «διαστρεβλώνουμε τὴν ἀλήθεια», «προσπαθοῦμε μὲ κάθε τρόπο νὰ ἀποδομήσουμε τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀποτελοῦμε «φατρία» κ.λπ., ἐπειδὴ ἐκφράζουμε αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν ἀντίλογο ποὺ ζητᾶ; Πῶς εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν διατύπωση Πατερικῶν θέσεων, ὡς ἀντίλογο στὶς ἀντι-ευαγγελικὲς πρακτικὲς τῶν Διαλόγων νὰ ὑπονομεύουμε τὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ Μητροπολίτες Περγάμου Ἰωάννης, Μεσσηνίας Χρυσόστομος, π. Παῦλος Κουμαριανός κ.ἄ., ποὺ ἐκφράζουν ἀμφιλεγόμενες θέσεις, νὰ βρίσκονται ὑπὸ τὴν προστασία του; Νομίζει πὼς δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀντίφαση στὸ λόγο του; Δέστε τί ὡραῖα πράγματα εἶπε στὴν ἐκπομπή του γιὰ τὴν ἐλευθερία ἐκφράσεως τῶν πιστῶν στὴν Ἐκκλησία, ἀνάκατα ὅμως, μὲ τὶς προαναφερθεῖσες κατηγορίες-λοιδορίες ἐναντίον μας: «Ἡ μαρτυρία ὀρθοδοξίας καὶ ἡ Εκκλησία ἐπιτελεῖ ἀποτελεσματικότερα τὸ σωστικό της ἔργο, ὅταν ὅλοι οἱ παράγοντες ποὺ συναποτελοῦν τὴν Ἐκκλησία… συμβάλλουν: οἱ θεολόγοι, …ὁ εὐσεβής λαός, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ λησμονοῦμε… Δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἐκ τῶν ἄνω ἐπιβαλλόμενες ἀπόψεις, ἂν δὲν συμφωνήσει τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας… Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει συνεργασία καὶ Διάλογος… Καλὸ καὶ ἅγιο εἶναι νὰ ὑπάρχει ὁ διάλογος γιὰ ὅλα τὰ θέματα, γιὰ ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους πτυχὲς αὐτοῦ τοῦ Διαλόγου. Ἀλλὰ νὰ γίνεται μ’ ἕνα τρόπο εὐπρεπῆ καὶ μ’ ἕνα τρόπο, ὁ ὁποῖος θὰ συμβάλλει… ὁ Διάλογος δὲν θὰ πρέπει νὰ μείνει σὲ ἕνα ἐπίπεδο κορυφῆς οὔτε σὲ ἐπίπεδο ἐπιστημόνων, ὁ διάλογος θὰ πρέπει νὰ κατεβεῖ στὴν βάση, νὰ γνωρίσει ὁ θρησκευόμενος ὀρθόδοξος λαὸς τί συμβαίνει, νὰ ὑπάρχουν θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ ὑπάρχουν καὶ θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις». Γιατί, λοιπόν, ἀπὸ τὴ μιὰ ζητᾶ τὸ διάλογο καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μᾶς λοιδορεῖ γιὰ τὶς θέσεις ποὺ ἐκφέρουμε, τὴ στιγμὴ μάλιστα πού, ἀπ’ ὅσα λέμε, δὲν εἶναι τίποτε δικό μας, ἀλλὰ συνεισφέρουμε στὸ Διάλογο ἐπαναλαμβάνοντας καὶ ὑπενθυμίζοντας Πατερικὲς διδασκαλίες, νουθεσίες καὶ εὐαγγελικὲς Ἐντολές; Τὸν εὐχαριστοῦμε πάντως, γιατὶ ἀναγνωρίζει τὸ ἔλλειμμα διαλόγου ποὺ –μέχρι τώρα– οἱ ἡγετικοὶ παράγοντες τῆς Ἐκκλησίας δείχνουν, ἀρνούμενοι τὸ διάλογο μὲ τοὺς ὁμόδοξους, τοὺς ὁποίους περιφρονοῦν καὶ στολίζουν μὲ διάφορα «κοσμητικὰ» ἐπίθετα, τὴ στιγμὴ ποὺ –ὅπως σὲ κείμενά μας ἐπισημαίνουμε– συμποσιάζονται ἀγαλλομένῳ ποδί καὶ συμπροσεύχονται ἐν παντί καιρῷ καὶ τόπῳ παρὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες μὲ τοὺς αἱρετικούς. Γιατί, ἀλήθεια, δὲν κάλεσε ὁ Πατριάρχης μία, δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς σὲ διάλογο τοὺς διαφωνοῦντες ἐπὶ χρόνια μὲ τὸν τρόπο διεξαγωγῆς τοῦ Διαλόγου; Γιατί, ἀντίθετα, ὅσους πιστοὺς καὶ θεολόγους πρόσφατα ἐξέφρασαν τὴν διαφωνία τους καὶ ὑπέγραψαν τὴν «Ὁμολογία Πίστεως κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ»(21), ὄχι μόνο δὲν τοὺς καλεῖ σὲ διάλογο, ἀλλὰ αὐτοὺς μὲν (καὶ ἡμᾶς) ἀπειλεῖ μὲ διώξεις, συναντᾶται δὲ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς πολλάκις, συνομιλεῖ μαζί τους καὶ συμπροσεύχεται παρανόμως; Γιατί δὲν διαλέγεται μὲ τοὺς Ὀρθόδοξους, ὅπως ἐπὶ δεκαετίες καὶ μὲ τεράστια ἔξοδα, καὶ κυρίως «ξοδεύοντας» τὴν ἀξιοπιστία τῆς ὀρθοδοξίας κάνει μὲ τοὺς ἑτερόθρησκους; Καὶ μὴν ἰσχυριστεῖ ὁ κ. Βασιλειάδης ὅτι, αὐτὸ τὸ αἴτημα διαλόγου στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, τὸ ὑποστήριξε καὶ αὐτὸς στὴν ἐκπομπή του∙ γιατὶ τὸ εἶπε μέν, ἀλλὰ ταυτόχρονα λοιδορεῖ , ὅσους ὡς μὴ εἰσακουόμενοι, τὸ διεξάγουν …μονομερῶς. Ἐπίσης, χαρακτηρίζει ὡς «διαστρεβλωτὲς τῆς ἀλήθειας», ὅσους διαμαρτυρόμαστε γιὰ τὶς ἀβαρίες αὐτοῦ τοῦ Διαλόγου καὶ ζητᾶμε καὶ ἐμεῖς «ἐπὶ ἴσοις ὅροις» διάλογο μετὰ τοῦ Πατριάρχη καὶ τῶν οἰκουμενιστῶν. Λυπούμαστε, γιατὶ μὲ τὴ διπλῆ αὐτὴ τοποθέτηση ἀμαυρώνει τὴν εἰκόνα τῆς διαλογικῆς καὶ «συνοδικῆς» συνείδησης ποὺ θέλει νὰ παρουσιάσει πὼς ἐκφράζει, καθόσον στὴν ἐπιστολή του, ἂν καὶ ἀναρμόδιος, ἐπισείει τὴν ἀπειλὴ τῆς καθαιρέσεως σὲ ὅσους διαφωνοῦν καὶ ἀντιπαρατίθενται θεολογικά, συμφωνῶν μετὰ τοῦ Πατριάρχου στὶς διώξεις …διαφωνούντων, ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀντιφρονούντων στὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιμένουν, λοιπόν, οἱ οἰκουμενιστὲς στὸ Διάλογο μὲ τοὺς αἱρετικοὺς (παρόλο ποὺ αὐτοὶ ἐμμένουν σὲ ὅλες τὶς αἱρετικὲς θέσεις τους) καὶ ἀποφεύγουν τὸ Διάλογο μὲ τοὺς ὁμοδόξους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νὰ διαλεχθοῦν. Οἱ τυχὸν χαρακτηρισμοὶ ὡς ψευδοποιμένων -ποὺ ἀποδίδουμε σὲ ἐκείνους τοὺς Ποιμένες ποὺ συμπροσεύχονται παρὰ τοὺς Ἱ. Κανόνες μὲ τοὺς αἱρετικούς- μὲ ποιὰ λογικὴ ἀπαγορεύεται νὰ ἐκφέρονται, ἐφ’ ὅσον ἀνταποκρίνονται στὴν πραγματικότητα; Ἐφ’ ὅσον οἱ Ποιμένες μας συμπροσεύχονται καταπατώντας δεκάδες Ἱ. Κανόνων, θὰ δέχονται τὸν ἔλεγχο καὶ τὴν κριτική. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὸν κ. Βαρθολομαῖο, ἐφ’ ὅσον, μάλιστα, ὁ Πατριάρχης διέπραξε τὴν ἑξῆς ἀσχήμια: ἐνῶ συμπροσευχόταν μὲ αἱρετικούς, διαβεβαίωνε τοὺς Ἁγιορεῖτες ὅτι …δὲν συμπροσεύχεται, καὶ ὅταν τοῦ ἀποδείξαμε μὲ δεκάδες κείμενα, φωτογραφίες καὶ Video ὅτι καὶ πρὶν τὴν διαβεβαίωσή του καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὴ συνέχιζε νὰ συμπροσεύχεται, ὄχι μόνο δὲν ντράπηκε γιὰ τὸ μεγάλο του ψέμα, μὰ συνέχισε καὶ συνεχίζει μὲ ἐντατικότερο ρυθμὸ τὶς συμπροσευχές! Θέλουν, λοιπόν, τὸ διάλογο, μέχρι ἐκεῖ ποὺ δὲν θίγει. Μᾶς θέλουν οἱ οἰκουμενιστὲς ὑπάκουους ὑπηρέτες τῆς αἱρετικῆς αὐτῆς ἰδεολογίας. Νὰ μὴ ἀντιδροῦμε, νὰ μὴ ταράσσουμε τὴν ἠρεμία καὶ τὴν ἁρμονικὴ νιρβάνα τῶν Διαλόγων. Εἶπε ὁ κ. Βασιλειάδης: «Ὅλα αὐτά, ὅταν λειτουργοῦν ὁμαλά, ὅταν λειτουργοῦν μ’ ἕνα τρόπο ποὺ τὸ κάθε τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ μηνύματα τὰ ὁποία στέλνει τὸ ἄλλο τμῆμα, τότε νομίζω ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας θὰ εἶναι καὶ ἀποτελεσματικότερη καὶ αὐθεντικότερη. Τί σημαίνει αυτό; Ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει συνεργασία καὶ Διάλογος». Μὰ ὅταν λειτουργοῦν «ὁμαλά», κανεὶς δὲν ἔχει πρόβλημα. Τὸ πρόβλημα ἀναφύεται ὅταν λειτουργοῦν «οἰκουμενιστικά», ἄρα ἀνώμαλα, ὅταν κάποια ἡγετικὰ στελέχη τῆς Ἐκκλησίας ποὺ κινοῦν τὰ νήματα τοῦ οἰκουμενιστικοῦ ἰοῦ, δὲν λαμβάνει «ὑπ’ ὄψιν» τὰ μηνύματα ὅσων ἐμμένουν στὴν Παράδοση τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Συνόδων καὶ ἀσφαλῶς, τότε, δὲν λειτουργοῦν «ὁμαλὰ» τὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἀφοῦ οἱ οἰκουμενιστὲς Ποιμένες περιφρονοῦν καὶ παραβαίνουν τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἀθετοῦν αἰωνόβιους καὶ θεοπαράδοτους θεσμούς. Σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, λοιπόν, δὲν θὰ ἀντιδράσουν οἱ πιστοί; Θὰ ἀντιδράσουν, (παρὰ τὶς προσωπικὲς ἐλλείψεις καὶ ἁμαρτίες τους) γιατὶ αὐτὸ εἶναι ὑποχρέωσή τους. Καὶ πῶς νὰ μὴν ἀντιδράσουν οἱ πιστοί, ὅταν ὀρθόδοξοι ποιμένες ἐπισκέπτονται τὸ Βατικανό, καὶ προσκυνοῦν καὶ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ αἱρεσιάρχη Πάπα, ὅπως ἔκανε κάποιος Ἐπίσκοπος στὶς 4 ΔΕΚ 2009, κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας Ἀναστασίου στὸν Πάπα; Ἡ μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες ἑορτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, μᾶς ἀναγκάζει νὰ κάνουμε τὶς συγκρίσεις μὲ τὸν Ἅγιο, ποὺ ὄχι μόνο δὲν προσκύνησε τὸν αἱρεσιάρχη τῆς ἐποχῆς του, τὸν Ἄρειο, ἀλλὰ –ὑπὸ ἄλλες συνθῆκες, βέβαια– τὸν χαστούκισε. Πῶς νὰ μὴν ἀντιδράσουν, ὅταν ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος κάνει παρόμοια καὶ χειρότερα, ὅταν ἐπισκέπτεται τὴν Ἑβραϊκὴ Συναγωγὴ τῆς Ν. Ὑόρκης, λαμβάνει δῶρα, γράφοντας στὰ παλαιά του ὑποδήματα τοὺς Ἱ. Κανόνες ποὺ κάτι τέτοιο ἀπαγορεύουν μὲ ἀφορισμό; Ποὺ ἐπισκέπτεται τὴν Coca Cola καὶ ἐπιλέγει νὰ δώσει ὡς δῶρο –ὀρθόδοξος Πατριάρχης– ὄχι ἕνα συμβολικὸ χριστιανικὸ δῶρο ἤ, ἔστω, ἕνα ὁποιοδήποτε οὐδέτερο δῶρο, ἀλλὰ ἕνα Κοράνιο, τὸ ὁποῖο, μάλιστα, ἀποκάλεσε «Ἅγιο Κοράνιο»; Ἂς ἀρκεστοῦμε, ἐδῶ, σ’ αὐτά. Ὅποιος θὰ ἤθελε νὰ παρακολουθήσει τὴν ἀφορμὴ καὶ τὴ σειρὰ τῶν κειμένων τοῦ μετὰ τοῦ κ. Βασιλειάδη Διαλόγου, μπορεῖ νὰ τὰ βρεῖ στὸ Internet βάζοντας γιὰ ψάξιμο στὸ www.google.gr τοὺς ἑξῆς τίτλους: 1. Εξωφρενικές θέσεις από εκπρόσωπο Ἀρχιεπισκόπου, Φλαμιάτος 2. Διαφωνεί ο Αρχιεπίσκοπος με οικουμενιστικές θέσεις 3. Bασιλειάδης προς Ντετζιόρτζιο, Φλαμιάτος 4. Απάντηση στον καθηγητή Βασιλειάδη, Φλαμιάτος

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: (1) Ἐκ τοῦ ἐγγράφου Διάψευσης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου: «Διευκρινίζουμε …ὅτι ὁ ἀναφερόμενος κληρικὸς (π. Παῦλος Κουμαριανός), …οὔτε παρέστη ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου οὔτε καμμία ἐντολὴν ἐκφωνήσεως κάποιου μηνύματος τοῦ Μακαριωτάτου εἶχε… Ὁ κληρικὸς ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας παρέστη καὶ ὡμίλησε ἐκφράζοντας ἴδιες ἀπόψεις. Ὁ ἐν λόγῳ κληρικὸς ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Πρωτοσυγκέλλου καὶ τοῦ ἔγιναν οἱ δέουσες συστάσεις… Ἐκ τοῦ Ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου» (Ὀρθόδοξος Τύπος 26.07.2009). (2) Εἶπε στὴν ἐκπομπὴ ὁ κ. Βασιλειάδης πὼς μετὰ τὸ θόρυβο ποὺ ξέσπασε, ζήτησε ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν π. Παῦλο «καὶ ὁ π. Παῦλος μοῦ ἔστειλε μία ἐπιστολὴ λέγοντάς μου, ὅτι πραγματικὰ ἦταν μία δική μου πρωτοβουλία νὰ ζητήσω νὰ μεταφέρω χαιρετισμὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου στὴν Ἡμερίδα, μιὰ καὶ ἔβλεπα, ὅτι πραγματικὰ ἦταν ἕνα ἄξιο γεγονός. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ λέγει, πῆρα εὐλογία ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερο Γραφεῖο τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι ἡ συντομία τῆς ἐπικοινωνίας δὲν ἐπέτρεψε μιὰ ἀπόλυτη σαφήνεια. Ἡ εὐλογία δόθηκε: προφορικὴ μεταφορὰ σύντομου χαιρετισμοῦ, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔκανε. Τώρα βέβαια τὰ ὅσα εἶπε προσωπικὰ ἀργότερα ὁ π. Παῦλος Κουμαριανός, ἦταν προσωπικὲς του ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες ἐπαναλαμβάνω παρανοήθηκαν. Ἐγώ, οὔτε προσπάθησα νὰ τὸν καλύψω, οὔτε νὰ τὸν κατηγορήσω». Μήπως ὁ κ. Βασιλειάδης ξέρει κάτι περισσότερο καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ πεῖ; Γιατὶ ἐμεῖς γνωρίζουμε γιὰ ἕνα σημείωμα ποὺ ἐστάλη μὲ mail τὴν 29 Ιουλίου 2009 5:35 μ.μ. πρὸς τὸν Ὀρθόδοξο Τύπο (orthotyp@otenet.gr) καὶ τὸν κ. Ζερβό «Πρὸς ἀξιολόγηση» καὶ δημοσίευση. Τὸ σημείωμα (ποὺ δὲν δημοσιεύτηκε) ἔλεγε: Ἔνας θεολόγος, τὴν μεθεπόμενη «τῆς Ἡμερίδας στὴ Θεσ/νίκη 22/5/09 ἔστειλε ἐπιστολή στὸν Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὸν ἤλεγχε γιὰ αὐτὰ ποὺ εἶπε ὁ ἐκπρόσωπός του π. Παῦλος στὴν Ἡμερίδα. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ ἀπάντησε στὶς 25/5/09 (ὁ θεολόγος ἔχει τὴν ἐπιστολή). Στὴν ἀπαντητικὴ ἐπιστολὴ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, δὲν ἀρνήθηκε ὅτι εἶχε στείλει τὸν π. Π. Κουμαριανὸ ὡς ἐκπρόσωπό του, ἀσχολήθηκε δὲ μὲ ἄλλα θέματα ποὺ τοῦ ἔθιγε στὴν ἐπιστολή. Ἄρα ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος, ὅταν δὲν εἶχε ἀκόμα φανεῖ τὸ μέγεθος ποὺ θὰ ἐλάμβανε τὸ θέμα, δὲν ἀρνήθηκε ὅτι εἶχε ὁ ἴδιος ἀποστείλει τὸν π. Παῦλο. Στέλνω τὴν πληροφορία πρὸς ἀξιολόγηση. Τὸ ὄνομα τοῦ ἀδελφοῦ εἶναι διαθέσιμο, σὲ περίπτωση ποὺ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἀρνηθεῖ τὸ γεγονός». Μετὰ ἀπὸ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ κ. Βασιλειάδη καὶ τὴν ἀποκάλυψη γιὰ τὴν ὕπαρξη τῆς παραπάνω ἐπιστολῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, μήπως ἔχει δίκιο ὁ π. Παῦλος; Ἂν ναί, γιατί ὁ κ. Βασιλειάδης μασάει τὰ λόγια του; Ἂν ὄχι, γιατί συνεχίζει νὰ τὸν ὑποστηρίζει; (3) Νὰ θυμήσουμε (ἐπειδὴ τὰ εἶχε ξεχάσει ὁ κ. Βασιλειάδης), πὼς π. Παῦλος εἶχε πεῖ τὰ ἑξῆς ἐξωφρενικά: «Θὰ ἤθελα νὰ κάνω μιὰ ἁπλῆ ἐρώτηση σὲ προέκταση τῆς ἐρωτήσεως καὶ τῆς θέσεως ποὺ διετύπωσε ὁ κ. Μιλτ. Κωνσταντίνου… Ὁ Διάλογος εἶναι πάντα γόνιμος, ὅταν ἀποκατασταθεῖ ἡ ἑνότητα... Λοιπόν, σὰν κληρικὸς καὶ σὰν ὀρθόδοξος χριστιανός, σκέπτομαι μερικὲς φορὲς μήπως θὰ ἤτανε φρόνιμο, ἡ ἑπόμενη φάση τοῦ Διαλόγου νὰ εἶναι ἀφοῦ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἑνότητα καὶ ὄχι πλέον στὸ χῶρο τοῦ χωρισμοῦ. Μήπως δηλαδή, θάχουνε κι οἱ δύο Ἐκκλησίες, ἀφοῦ ἀναγνωρίσανε ἡ μία τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ ὑπόσταση τῆς ἄλλης, καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ἄλλης, ὅτι ἀποτελοῦμε δύο κακῶς χωρισμένα κομμάτια τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, νὰ προχωρούσαμε στὴν ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητας καὶ νὰ συνεχίζαμε τὸν Διάλογο μετά. Θάτανε πιὸ γόνιμο. Ἄλλωστε διαφορὲς ἔχουμε καὶ μεταξύ μας οἱ Ὀρθόδοξοι»! (4) Τὰ σχετικὰ μὲ κάποιες λεπτομέρειες τῆς Ἡμερίδας καὶ τὸ συγκεκριμένο περιστατικὸ δημοσιεύσαμε στὸ διαδίκτυο. Γιὰ τὴν εὕρεσή τους, μπορεῖτε νὰ κάνετε Ἀναζήτηση στο www.google.gr τῆς φράσης: «Απάντηση στον καθηγητή Βασιλειάδη, Κοσμάς Φλαμιάτος». (5) Οἱ ὑπόλοιπες Ἐκκλησίες δὲν συμφώνησαν. Μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κύπρου ἀπέσυρε ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ὑπογραφή της, ὅταν τὸ θέμα ἦρθε στὴν Σύνοδο. (6) Ζήσης π. Θεόδωρος, Οὐνία, Ἡ καταδίκη της. (7) Χρ. Παπαθανασίου, Τὸ «κατ’ ἀκρίβειαν» Βάπτισμα καὶ οἱ ἐξ αὐτοῦ παρεκκλίσεις, σελ. 258. Τὶς ἴδιες θέσεις, ἀκολουθοῦντες τοὺς Ἁγίους μας, ἔχουν ἐκφράσει ἑκατοντάδες σύγχρονοι κληρικοί, καθηγητὲς Πανεπιστημίου καὶ θεολόγοι. Ἀρκούμαστε νὰ ἀναφέρουμε ἐδῶ τρεῖς σύγχρονους Ἐπισκόπους, (ἀφοῦ οἱ Ἐπίσκοποι, ὅταν ὀρθοτομοῦν τὸν λόγον τῆς Ἀληθείας εἶναι οἱ αὐθεντικοὶ ἐκφραστὲς τῆς Πίστεως): τοὺς Μητροπολῖτες Ναυπάκτου Ἱερόθεο, Πειραιῶς Σεραφεὶμ καὶ Αἰτωλοακαρνανίας Κοσμᾶ. (8) Heers π. Πέτρος, Το Μυστήριο του Βαπτίσματος. (9) Heers π. Πέτρος, Το Μυστήριο του Βαπτίσματος. (10) Σημάτη Π., Διαχριστιανικοί-Διαθρησκειακοὶ Διάλογοι σελ. 79. (11) Μητρ. Ναυπάκτου Ἱερόθεου, www.parembasis.gr/2001/01_12_15_12.htm. (12) Ὁ Μητροπολίτης Μεσσηνίας, γράφει ὅτι «ὁ ὅρος “ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία” εἶναι “σημαντικὸς” γιατὶ ἀποτελεῖ δομικὸ στοιχεῖο γιὰ τὴν ἔννοια καὶ τὸ περιεχόμενο τοῦ ὅρου ”Ἐκκλησία”. Προσδιορίζεται μ’ αὐτὸν τὸν ὅρο ἡ ἔννοια τῆς Καθολικότητας”, ὡς ἡ ἔκφραση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας καὶ ἑνότητας στὴν πίστη, στὴν εὐχαριστία καὶ στὴ διακονία, καὶ περιγράφεται ὁ τρόπος ”κοινωνίας” καὶ σχέσης κάθε τοπικῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς λοιπὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες ἀλλὰ καὶ μὲ τὴ Μία καὶ Ἀδιαίρετη Ἐκκλησία» (σελ. 545, α΄ στ.). «Στοιχεῖα τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν εἶναι: α) … β) Ὁ καθορισμός καὶ ἡ διευκρίνιση, ὅτι μὲ τοὺς ὅρους ”Ἐκκλησία”, ”ἡ ἀνὰ τὸν κόσμον Ἐκκλησία”, ”ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία” καὶ ”τὸ σῶμα Χριστοῦ” δὲν ὑπονομεύεται ἀπὸ τὴν Μικτὴ Θεολογικὴ Ἐπιτροπὴ ἡ πεποίθηση ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνήκει, εἰς τὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ὅπως αὐτὴ ἐκφράζεται στὸ Σύμβολο Νικαίας−Κωνσταντινουπόλεως. γ) Ἡ ἀναγνώριση στοιχείων (elements) ἐκκλησιαστικότητας καὶ ἐκτὸς τῆς Καθολικῆς κοινωνίας»… IV. Τέλος πρέπει νὰ ἀναφέρουμε καὶ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα μὲ τὰ ὁποῖα τονίζονται οἱ ὑφιστάμενες ἀποκλίσεις μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν…» (σελ. 446β-547α). «Μὲ τὴν συγκεκριμένη ἐκκλησιολογικὴ προοπτικὴ τοῦ Κειμένου (σ.σ. Ραβέννας) καταρρίπτεται κάθε κινδυνολογία περὶ ”ἀλλοιώσεως τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πιστεύω καὶ τοῦ φρονήματος τῆς Ὀρθοδοξίας”, ὅπως λέγουν, κάποιες φωνὲς ὁποῖες ἀσκοῦν ἄδικη κριτικὴ στοὺς Ὀρθοδόξους Ἀντιπροσώπους στὸ συγκεκριμένο θεολογικὸ Διάλογο» (σελ. 547β). Περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», τεῦχ. 8, ΑΥΓ.−ΣΕΠ. 2009. (13) Παραθέτουμε τὴν §13 τοῦ κ. Τσελεγγίδη, στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὁ Μεσσηνίας: «Θεολογικά, ἀτυχῶς, ἡ Μικτή Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ στὴν παράγραφο 41 θεωρεῖ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σήμερα διηρημένη καὶ κάνει λόγο γιὰ “τὴν περίοδο τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας”, τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἐκκλησιολογικῶς ὄχι μόνον ἀπαράδεκτο, ἀλλὰ ἔρχεται καὶ σὲ ἐσωτερικὴ ἀντίφαση πρὸς τὸ ἴδιο τὸ κοινὸ Κείμενο, ἀφοῦ στὴν παράγραφο 32, ὅπως εἴδαμε, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖται ὡς “μία καὶ ἀδιαίρετος”». Ὁ κ. Τσελεγγίδης ἔχει δημοσιεύσει πρόσφατα στὸ «Ἐν Συνειδήσει» (Ἱ. Μ. Μεγ. Μετεώρου) ἕνα ξεκάθαρα ὀρθόδοξο, πειστικότατο καὶ ἀξιόλογο ἄρθρο μὲ τίτλο «Εἶναι οἱ Ἑτερόδοξοι μέλη τῆς Ἐκκλησίας;», στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ Μεσσηνίας, ἀλλ’ ὡς διαφωνῶν μὲ τὴν διαυγῆ ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία του στὸ κρίσιμο σημεῖο. (14) Ἡμερομηνία ἐπιστολῆς 1/10/2009, σελ. 4. (15) http://apotixisi.blogspot.com/2009/11/blog-post_08.html#comments. Καὶ ὁ Μητροπ. Κυρηνείας Παῦλος τὴν ἴδια ὀρθόδοξη θέση διατυπώνει, ποὺ ἀρνεῖται νὰ ἀποδεχθεῖ ὁ Μεσσηνίας: «Ἡ προσπάθεια τῶν μελῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀντιπροσωπείας νὰ παρασιωπήσουν ἢ νὰ προσπεράσουν, ὡς δευτερεῦον ζήτημα, τὴ δογματικὴ διαφοροποίηση μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ ἑτεροδοξίας, ὑπονομεύει τὴν αὐτοσυνειδησία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὡς τῆς μόνης ἀληθινῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ “Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία” καὶ δίνουν τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ συνιστοῦν ἐπὶ μέρους τοπικὴ Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία» (Ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», 16/10/2009). (16) Πόποβιτς Ἰ., Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καὶ “Οἰκουμενισμός”, σ. 80-82. (17) Ὁ τίτλος τοῦ Προσχεδίου: «Ὁ ρόλος τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης στὴν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὴν πρώτη χιλιετία». (18) Περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», τεῦχ. 8, ΑΥΓ.-ΣΕΠ. 2009, σελ. 544-545. (19) Χρυσόστομου, Μητροπ. Μεσσηνίας, «Θεολογικὴ προσέγγιση τοῦ Κειμένου τῆς Ραβέννας», περιοδ. «ΕΚΚΛΗΣΙΑ», ἀριθ. 8, σελ. 545. (20) Μπιλάλη Νικόδημου, μοναχοῦ, Ἡ ἀκυρότητα τῶν “μυστηρίων” τῶν Λατινοπαπικῶν ὡς αἱρετικῶν, Εἰσήγηση σὲ Ἡμερίδα Ἱ. Κοινοβίου Ὁσ. Νικοδήμου, Πεντάλοφος, 2001. (21) Ὄχι στὴν «Ὁμολογία Πίστεως», ὅπως ἐκ τοῦ πονηροῦ διατείνονται, ἀλλὰ συγκεκριμένα, κατὰ τῆς σύγχρονης αἱρέσεως τοῦ «Οἰκουμενισμοῦ», ὅπως ἀκόμα καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος τὴν εἶχε ἀποκαλέσει.



Ἡ Μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας στὸν κόσμο
Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τοῦ Α.Π.Θ. Ἐκπομπή: ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Σταθμοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, 3 ΔΕΚ 2009, ὥρα 22.00 − 23.00 (Ἡ ἐκπομπὴ αὐτή, ὅπως προανήγγειλε, ἔγινε μὲ ἀφορμή καὶ ὡς ἀπάντηση σὲ ἀνοικτὴ ἐπιστολὴ ποὺ τοῦ ἀπηύθυνε ἡ «Φιλορθόδοξη Ἕνωση “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”»)

«…Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ ἐπανέλθω σὲ τέτοια θέματα (σ.σ. τῶν Διαλόγων) ἐὰν δὲν συνεχίζονταν οἱ ἐπιθέσεις τόσον ἐναντίον τῆς συντεταγμένης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον ἀκαδημαϊκῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ὁμιλῶν, ἀπὸ μία μερίδα ἀνθρώπων, κυρίως μέσω τοῦ διαδικτύου, προσπαθώντας νὰ ἀποδομηθεῖ ὅλο τὸ πρόγραμμα, θὰ λέγαμε, τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς μαρτυρίας πρὸς τὰ ἔξω. Ἡ πρώτη ἀντίδραση φυσικά, ἑνὸς συνεποῦς μέλους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι νὰ δίνει τόπο στὴν ὀργὴ καὶ νὰ μὴ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὶς ἀτεκμηρίωτες –μερικὲς φορές– κατηγορίες. Θὰ ἀναφερθῶ, ὅμως, σήμερα σ’ αὐτὲς καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἀπαντήσω, ὅσο γίνεται μὲ νηφαλιότερο τρόπο, προκειμένου νὰ μὴ ὑπάρχουνε σκιὲς γι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα γίνονται ἀπὸ τὴν συντεταγμένη –ὅπως εἶπα– Ὀρθοδοξία… Κι αὐτὸ γιατὶ πιστεύω, …ὅτι ἡ μαρτυρία ὀρθοδοξίας καὶ ἡ Εκκλησία ἐπιτελεῖ ἀποτελεσματικότερα τὸ σωστικό της ἔργο, ὅταν ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ παράγοντες ποὺ συναποτελοῦν τὴν Ἐκκλησία, –οἱ Ποιμένες, οἱ εἰδικοὶ ἐπιστήμονες, οἱ θεολόγοι, ὁ εὐσεβὴς λαός, ὁ μοναχισμός, κ.τλ.– ἂν ὅλοι συμβάλλουν ἁρμονικὰ σ’ αὐτὴν τὴν μαρτυρία, ἡ κάθε βέβαια ὁμάδα, ἀνάλογα μὲ τὸν ρόλο της. Ἡ θεολογία π.χ. ὡς ἡ κριτικὴ καὶ ἡ προφητικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται γιὰ θεολογία ἀκαδημαϊκή, μετὰ λόγου ἐπιστημονικῆς γνώσεως. Ὁ εὐσεβὴς λαός, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ πρέπει ποτὲ νὰ λησμονοῦμε, εἶναι πάντοτε ὁ θεματοφύλακας τῆς Παραδόσεως, αὐτὴ εἶναι τουλάχιστον ἡ ὀρθόδοξη ἀντίληψη –δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἐκ τῶν ἄνω ἐπιβαλλόμενες ἀπόψεις, ἂν δὲν συμφωνήσει τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ μοναχισμός, ἀπαραίτητο συστατικὸ τῆς μαρτυρίας τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἡ διαρκὴς ὑπόμνηση τοῦ θρησκευόμενου κόσμου, ὑπόμνηση τοῦ ἐσχατολογικοῦ ὁράματος τῆς Ἐκκλησίας… Τέλος οἱ Ποιμένες ὡς ἡ συνισταμένη καί, θὰ ἔλεγα, ἡ συντονίζουσα αὐτὴν τὴν μαρτυρία ἐν τόπῳ καὶ χρόνῳ. Ὅλα αὐτά, ὅταν λειτουργοῦν ὁμαλά, ὅταν λειτουργοῦν μ’ ἕνα τρόπο ποὺ τὸ κάθε τμῆμα τῆς Ἐκκλησίας, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ μηνύματα τὰ ὁποῖα στέλνει τὸ ἄλλο τμῆμα, τότε νομίζω ὅτι ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας θὰ εἶναι καὶ ἀποτελεσματικότερη καὶ αὐθεντικότερη. Τί σημαίνει αυτό; Ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχει συνεργασία καὶ Διάλογος. Ὁ ὁμιλῶν ὡς πρόεδρος, εἶχα τὴν τύχη θάλεγα, νὰ διοργανώσω…μιὰ Ἡμερίδα θεολογική, προκειμένου νὰ συζητήσει τὰ θέματα τοῦ Διαλόγου, κυρίως μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Πολλοὶ ἀμφισβήτησαν τὴν ἁγνότητα τῶν προθέσεων καὶ ἄρχισαν νὰ διαδίδουν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ μία παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, ἦταν μέσα σ’ ἕνα σχέδιο ὅλη αὐτὴ ἡ διοργάνωση τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς τῆς Ἡμερίδας, προκειμένου νὰ ἐπιτευχθεῖ σιγά-σιγά ἡ ὑποταγὴ τῆς Ὀρθοδοξίας στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἔκτοτε, πραγματικὰ καὶ γιὰ μισὸ χρόνο, ὑπάρχει μιὰ ὑπερβολική, θὰ ἔλεγα, διαστρέβλωση τῆς ἀλήθειας, καὶ ὅλοι, ὁ καθένας χωρὶς νὰ εἶναι γνώστης τῶν πραγμάτων, δίνουν πληροφορίες γιὰ τὴν Ἡμερίδα αὐτή, ἡ ὁποία ἄρχισε καὶ ἔφερε στὸ φῶς τῆς δημοσιότητας θέματα τὰ ὁποῖα μέχρι τότε δὲν τὰ ἐγνώριζε ὁ κόσμος. Εἶμαι ἐδῶ σήμερα γιὰ νὰ δώσω πραγματικὰ ἀπαντήσεις σὲ ὅποιες ἀπορίες ὑπάρχουν καὶ σὲ ὅποιες ἔχουν διατυπωθεῖ, μέσω κυρίως τοῦ διαδικτύου. Δὲν εἶχα σκοπὸ νὰ ἐπανέλθω καί, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπροκαλούμην ἐπὶ σειρὰ ἑβδομάδων, θεώρησα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ σιωπήσω μέχρις ὅτου μιλήσουν τὰ γεγονότα. Πίστευα ὅτι, ὅταν πλέον θὰ ἔβλεπαν ὅτι οὔτε κάποιο σχέδιο ὑπῆρχε, οὔτε ἐπρόκειτο νὰ προδώσει κανεὶς τὴν Ὀρθοδοξία, θὰ εἶχε καταλαγιάσει ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος. Ἕξι μῆνες μετὰ τὴν διοργάνωση αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου στὴ Θεσ/νίκη, δέχτηκα ὄχι μία προσωπική, ἀλλὰ θὰ ἔλεγα μία ἀνοικτὴ ἐπιστολή, στὴν ὁποῖα πάλιν ἐγκαλούμην σχετικὰ μὲ τὸν ρόλο ποὺ ἔπαιξε αὐτὴ ἡ Ἡμερίδα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι αὐτὴ ἡ τελευταία ἐπιστολή, ἔστω καὶ καθυστερημένη, ἦταν κάπως διαλλακτικότερη καὶ ὑποσχέθηκα νὰ ἀσχοληθῶ μαζί της, μ’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα διαλαμβάνει αὐτὴ ἡ ἐπιστολή, ἄλλωστε εἶμαι ὁ πλέον ἁρμόδιος νὰ δώσω πληροφορίες γι’ αὐτὴν τὴν Ἡμερίδα. Πῶς ἀποφασίστηκε, γιατί ἀποφασίστηκε κ.τ.λπ. Ἕνα χρόνο, λοιπόν, πρίν» συναντηθήκαμε μὲ τὸν καρδινάλιο Βάλτερ Κάσπερ στὴν Τουρκία «καὶ τοῦ εἶπα: ἐπιστημονικὰ θὰ θέλαμε νὰ ἀκούσουμε τὶς ἀπόψεις σας. Τὴν ἴδια ἄποψη ἐξέφρασαν καὶ οἱ συνάδελφοι καθηγητές… καὶ ἀποφασίστηκε νὰ προσκαλέσουμε τὸν καρδινάλιο Κάσπερ καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, θεώρησε τὸ τμῆμα (σ.σ. τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς) ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προσκληθοῦν καὶ ἄλλοι παράγοντες τοῦ Διαλόγου, ὥστε νὰ …ὑπάρξει μία ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων, κυρίως ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἀκαδημαϊκῆς κοινότητας, νὰ θέσουν μερικὰ ἐρωτήματα, ν’ ἀρχίσει μιὰ συζήτηση. Στὴν ἡμερίδα αὐτὴ συνέβησαν πράγματα καὶ θαύματα, τὰ ὁποῖα πέρασαν στὸν…Τύπο. Ὅταν ἔλαβα ἕνα ἠλεκτρονικὸ μήνυμα μὲ τίτλο «Ἐξωφρενικὲς θέσεις ἀπὸ ἐκπρόσωπο τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν» ἀπὸ τὴν «Φιλορθόδοξη Ἕνωση “Κοσμᾶς Φλαμιᾶτος”» θεώρησα σκόπιμο ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσω καὶ νὰ δώσω μερικὲς διευκρινήσεις, τὶς ὁποῖες κάνω καὶ σήμερα. Ὅτι ἡ Ἡμερίδα διοργανώθηκε κυρίως γιὰ καθαρὰ ἐπιστημονικοὺς λόγους, –ἦταν πιθανῶς λάθος νὰ γίνει ἀνοικτή, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε μία κλειστή, οὕτως ὥστε νὰ μπορέσουμε νὰ συζητήσουμε περισσότερο, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει αὐτὸ ἀποφάσισε τὸ τμῆμα– καὶ κυρίως, ἔλεγα, ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ἐκπρόσωποι τῶν Ἐκκλησιῶν, οὔτε τῶν Ἱδρυμάτων, ἁπλῶς χαιρέτησαν τὴν Ἡμερίδα, ὅπως ἀναφερόταν στὸ πρόγραμμα, ὁ ὀργανωτής, ὁ οἰκοδεσπότης τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, ὁ Πρύτανης καὶ ὁ ὁμιλῶν, ὡς πρόεδρος τοῦ τμήματος στὴν ἀρχή. …Δυστυχῶς, ὁ π. Παῦλος Κουμαριανός, μοῦ ἔφερε τὴ στιγμὴ ἐκεῖ ἕνα μήνυμα, ὅτι ἐπικοινώνησε μὲ τὸν ἐκπρόσωπο τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος κ. Ἱερωνύμου καὶ ὅτι ἤθελε πραγματικὰ ἐκ προσώπου του νὰ ἐκφράσει ἕνα μήνυμα. Ἐγώ, ἐπειδὴ δὲν ἦταν προγραμματισμένη μιὰ τέτοια προσφώνηση, τὸ ἀνέφερα καί -ὅπως φαίνεται- ἔγινε αὐτὴ ἡ προσφώνηση, ἡ ὁποία πραγματικά, λόγω μιᾶς τοποθέτησης προσωπικῆς μετὰ (σ.σ. τοῦ π. Παύλου Κουμαριανοῦ), δημιούργησε πάρα πολλὰ θέματα. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔστειλα στὸν πρόεδρο τῆς «Φιλορθόδοξης Ἕνωσης “Κοσμᾶς Φλαμιάτος”» τὴν κοινοποίησα (καὶ τὴν ἔχουν οἱ ὑπεύθυνοι τῆς Φιλορθόδοξης αὐτῆς Ἕνωσης), τὴν κοινοποίησα καὶ στὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο, γιὰ νὰ μάθω πραγματικὰ τί συμβαίνει, ἐὰν ὄντως εἶναι ἐκπρόσωπος, ἐὰν ὑπῆρχε πραγματικὰ ἡ ἄδεια. Ἐκεῖ, φάνηκε μετὰ ἀπὸ μεγάλη συζήτηση στὰ ἠλεκτρονικὰ μέσα, ὅτι πραγματικὰ δὲν ὑπῆρχε μία σαφὴς ἐντολὴ ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ Μακαριωτάτου, οὔτε ἦταν γνώστης καὶ τὸ διέψευσε αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀλλ’ αὐτὸ παρουσιάστηκε ὡς μία νίκη αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ξεσκέπασαν τὶς ἀτιμίες, ὅπως λέγονται καὶ τὶς ἀπάτες τῶν ὀργανωτῶν αὐτοῦ τοῦ συνεδρίου. Πραγματικὰ ἐπικοινώνησα μὲ τὸν π. Παῦλο καὶ ὁ π. Παῦλος μοῦ ἔστειλε μία ἐπιστολὴ λέγοντάς μου, ὅτι πραγματικὰ ἦταν δική μου πρωτοβουλία νὰ ζητήσω νὰ μεταφέρω χαιρετισμὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου στὴν Ἡμερίδα, μιὰ καὶ ἔβλεπα, ὅτι πραγματικὰ ἦταν ἕνα ἄξιο γεγονός. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ λέει, πῆρα εὐλογία ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερο Γραφεῖο τοῦ Μακαριωτάτου, ἀλλὰ παραδέχομαι ὅτι ἡ συντομία τῆς ἐπικοινωνίας δὲν ἐπέτρεψε μιὰ ἀπόλυτη σαφήνεια. Ἡ εὐλογία δόθηκε: προφορικὴ μεταφορὰ σύντομου χαιρετισμοῦ∙ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἔκανε. Τώρα βέβαια τὰ ὅσα εἶπε προσωπικὰ ἀργότερα ὁ π. Παῦλος Κουμαριανός, ἦταν προσωπικὲς του ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες ἐπαναλαμβάνω παρανοήθηκαν. Ἐγώ, οὔτε προσπάθησα νὰ τὸν καλύψω, οὔτε νὰ τὸν κατηγορήσω. Εἶπα, ὅτι ἁπλῶς χαιρέτησε τὴν Ἡμερίδα ἐκ προσώπου τοῦ Μακαριωτάτου χωρὶς νὰ γνωρίζω τὶς λεπτομέρειες, καὶ ὅσα ἐλέχθησαν στὴ συνέχεια ἦταν εὐθύνη ἀποκλειστικὰ τῶν ἴδιων. Ειδικὰ ἡ παρέμβαση τοῦ π. Παύλου δημιούργησε μία ἀντίδραση, ὅτι προσπαθοῦσε νὰ ἐπιβάλλει τὴν ἄποψη τῆς διακοινωνίας, δηλαδὴ ὅτι θὰ πρέπει πρῶτα νὰ ἔρθουμε σὲ κοινωνία καὶ ἀργότερα νὰ συνεχίσουμε τὸν Διάλογο. Ἐγὼ τὸ κατάλαβα ὡς ἁπλό, ὅτι ὁ Διάλογος γίνεται οὐσιαστικὰ χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴν κοινωνία καὶ τὴν κοινὴ πίστη∙ χωρὶς κοινὴ πίστη δὲν μποροῦμε νὰ προχωρήσουμε σὲ κοινὸ ποτήριο, ὅταν ἔχουμε τὴν κοινὴ πίστη, τότε θα συνεχίσουμε τὸν Διάλογο, γιατί σ’ αὐτὴ τὴν φάση ἦταν ἡ ἄποψή του, ὅτι δὲν ἦταν ὁ Διάλογος αὐτὸς ὁ ὁποῖος θὰ προσέφερε στὴν ὅλη ὑπόθεση. Ἐπίσης, ἔκανα καὶ μία τελευταία νύξη σ’ αὐτὴν τὴν ἐπιστολή μου, ἐπειδὴ μὲ ἀφορμὴ τὴν Ἡμερίδα ἤρθανε στὴν ἐπιφάνεια καὶ στὴν ἐπικαιρότητα φαινόμενα τὰ ὁποῖα –ὅπως ἔλεγα ἀκριβῶς– ὑποκρύπτουν μιὰ ἔντονα μεσσαλιανική νοοτροπία, καὶ μάλιστα μὲ τὴ μορφὴ ἀκριβῶς ἀτομικῆς ὑπογραφῆς καὶ μάλιστα ἀπὸ Ἐπισκόπους «Ὁμολογίας Πίστεως», τὴν ὁποία Πρακτικὴ θεωροῦσα ὅλως ἀμάρτυρη στὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική μας Παράδοση, καὶ ἐπαναλαμβάνω οἱ Ὁμολογίες τῶν Ἐπισκόπων δίδονται μὲ τὸν τρόπο ποὺ δίδονται. Βέβαια ἡ «Ὁμολογία Πίστεως» ἡ ὁποία κυκλοφορεῖ καὶ ἡ ὁποία –ὅπως εἶπε καὶ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης– δημιουργεῖ πραγματικὰ ἕνα ρῆγμα στὶς σχέσεις τῶν Πιστῶν, εἶπα ὅτι ἐπιδιώκεται μ’ αὐτὸ –γυμνῇ τῇ κεφαλῇ μάλιστα– ἀπείθεια, ὄχι σὲ ἄτομα, γιατὶ σὲ ἄτομα μπορεῖς νὰ ἔχεις μία διαφορετικὴ ἄποψη, ἀλλὰ σὲ βασικοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμοὺς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο ὑπὸ ὁρισμένες προϋποθέσεις –ἔλεγα– ἐπισύρει ἀκόμη καὶ τὴν καθαίρεση. Καὶ μάλιστα, γιὰ νὰ δείξω ὅτι ὑπάρχουνε καὶ Συνοδικὲς ἀποφάσεις, μὲ τὴν ἔννοια τῆς Πανορθόδοξης διάσκεψης ἀπὸ ὅλες τὶς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τοὺς ἐπεσύναπτα καὶ τὴν Γ΄ προσυνοδική ἀπόφαση… Στὸ διάλειμμα πήραμε καὶ μερικὰ μηνύματα καὶ ἐρωτήσεις καὶ μερικὲς –θὰ λέγανε– ἀντιρρήσεις μερικῶν ἀκροατῶν, τὶς ὁποῖες πολὺ σύντομα θὰ τὶς σχολιάσω, θὰ τὶς ἀναφέρω: γιατὶ πραγματικά, ἀναφέρει κάποιος ἀκροατὴς ἢ κάποια ἀκροάτρια, νὰ ἐνοχλούμαστε ὅταν ὑπάρχει μία ἄλλη ἄποψη. Κάθε ἄλλο, δὲν πρέπει νὰ ἐνοχλούμαστε ἂν ὑπάρχει μία ἄλλη ἄποψη, καὶ ἡ ἄποψη ἡ δική μου εἶναι, ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπάρχει ὁ ἀντίλογος. Πάντοτε ὁ ἀντίλογος, ἀκόμη καὶ σὲ μερικὰ δεδομένα θέματα. Δὲν ὑπάρχει, ὅμως, ἡ μία ἄποψη ὑπὲρ τοῦ Διαλόγου καὶ ἡ ἄλλη ἄποψη ἐναντίον τοῦ Διαλόγου. Ἀκόμη καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντίρρηση γιὰ τὸν τρόπο ποὺ γίνεται ὁ Διάλογος, δὲν ἀντιδροῦν στὸν Διάλογο καθεαυτόν, γιατὶ –ὅπως εἶπα στὴν ἀρχή– Ἐκκλησία χωρὶς αὐτὴν τὴν μαρτυρία της, χωρὶς αὐτὴν τὴν ἔξοδό της, δὲν εἶναι Ἐκλησία, δὲν μπορεῖ νὰ ἀγνοήσει τὸν ἄλλον, τὸν ἕτερο, καὶ –ἑπομένως– γιὰ νὰ μαρτυρήσεις στὸν ἕτερο χρειάζεται νὰ κάνεις Διάλογο. Τώρα τὸ πρόβλημα εἶναι, ἐὰν ὁ Διάλογος αὐτὸς γίνεται μὲ ὅρους ἰσότητας, ἢ ἂν γίνεται μὲ ὅρους, τοὺς ὁποίους μερικοὶ ὑποστηρίζουν, ὅτι γίνεται καταπατώντας τὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκλησίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα τὸ ζήτημα. Τὸ ἄλλο τὸ πρόβλημα εἶναι ἀναφορικὰ μὲ τὸν ὅρο τὸν ὁποῖο χρησιμοποιῶ μερικὲς φορές, τὸν ὅρο Καθολικὴ Ἐκκλησία. Ἐγὼ ἀποφεύγω τὸν ὅρο Παπικὴ Ἐκκλησία. Παπικὴ Ἐκκλησία εἶναι σὰν νὰ λέμε Πατριαρχικὴ Ἐκκλησία, σὲ μᾶς. Δὲν τὴν ὀνομάζουμε τὴν δική μας Πατριαρχικὴ Ἐκκλησία, τὴν ὀνομάζουμε Ὀρθόδοξη, ἔτσι ὅπως θέλουμε νὰ αὐτοχαρακτηριζόμαστε. Οἱ Καθολικοὶ θέλουν νά, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ κατὰ ἄλλους, -ἀντιδροῦν μερικοὶ καὶ γιὰ τὸν ὅρο Ρωμαιοκαθολική, γιατὶ ἡ Ρωμαϊκὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἴμαστε ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοι οἱ ὁποῖοι διατηροῦμε ἀκαινοτόμητη τὴν πίστη κ.τ.λπ. Ἀλλὰ ὁ ὅρος Παπικὴ δὲν μ’ ἀρέσει καὶ χρησιμοποιῶ τὸν ὅρο ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία γιὰ τὸν ἑαυτό της: ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία. Τώρα θὰ μοῦ πεῖτε, εἶναι Ἐκκλησία, εἶναι αἵρεση, εἶναι σχισματική; Τί εἶναι; Εἶναι ἕνα μεγάλο πρόβλημα τὸ ὁποῖο νομίζω δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε γιὰ νὰ μᾶς πάρει τὸν χρόνο, ἀλλὰ πιθανῶς νὰ τὸ συζητήσουμε σὲ κάποια ἄλλη ἐκπομπή. Μετὰ ἀπὸ αὐτὲς τὶς δύο διευκρινήσεις θὰ λέγαμε, καὶ εὐχαριστῶ τοὺς ἀκροατές, ὅσο κι ἂν ἦσαν ἔντονες καὶ δεικτικές οἱ ἐρωτήσεις καὶ οἱ παρατηρήσεις τους, γιατὶ χρειάζεται μερικὲς φορές νὰ ξεκαθαρίζουμε μερικὰ πράγματα. Τώρα γιατὶ ἀσχολοῦμαι, ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ ἐρωτήματα… Ὑποσχέθηκα ὅτι θὰ ἀσχοληθῶ μ’ αὐτὸ τὸ θέμα, γιατὶ ἔντονα ἀναζητεῖται μία ἀπάντηση ἀπὸ πλευρᾶς δικῆς μου, ἀπὸ πλευρᾶς προσωπικῆς. Κι ἐγὼ προσπαθῶ νὰ σᾶς πῶ, αὐτὰ ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πιστεύω ὅτι συνέβησαν χωρὶς νὰ κρύβω τίποτα. Ὅπως ἀκριβῶς ξεδιάλυναν ὅλες οἱ ὑποψίες ὅτι κάτι θὰ γινότανε, ἤδη μάλιστα γράφανε μερικοὶ ὅτι ἔχει ἀποφασισθεῖ ἡ Ἕνωση καὶ στὴν Κύπρο θὰ ὑπογραφεῖ, καὶ ὅτι ἡ Ἡμερίδα τὴν ὁποία ὀργανώσαμε ἦταν οὐσιαστικὰ ἕνα μέσο προκειμένου νὰ καθησυχάσουμε τὸν κόσμο, δὲν συμβαίνει τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά. Καὶ ἀποδείχτηκε αὐτό. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν–ἐπαναλαμβάνω– μερικές συνεχεῖς ἐπιφυλάξεις. Τώρα, γιατί τὀ λέω αὐτό. Αἰσθάνθηκα πάρα πολύ προσβεβλημένος, ὅταν ἄλλα πράγματα εἶπα καὶ ἄλλα πράγματα μεταφέρθηκαν. Νὰ σᾶς πῶ τὸ πρῶτο. Ὅπως σᾶς εἶπα ἀκριβῶς, κατηγόρησα γιὰ ἔντονη μεσσαλιανικὴ νοοτροπία, αὐτὴ τὴν ἀπείθεια θὰ λέγαμε, στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς θεσμούς. Ὁ φυσικὸς τρόπος εἶναι νὰ θέσει κανεὶς τὶς ἀπόψεις του στὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, νὰ τὰ συζητήσουνε τὰ ὄργανα τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι νὰ δημιουργηθεῖ μία φατρία, ἡ ὁποία νὰ προσπαθεῖ μἐ κάθε τρόπο νὰ ἀποδομήσει τὴν πορεία τῆς Ὀρθοδοξίας. Μὴν ξεχνᾶτε ὅτι τὸ σχῖσμα τὸ ὁποῖο ἐπῆλθε μὲ τοὺς Παλαιοημερολογῖτες, στηρίχθηκε ἀκριβῶς στοὺς Ἱεροὺς αὐτοὺς Κανόνες περὶ φατρίας καὶ τηρείας. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συνέβη καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση καὶ δημιουργεῖται, θὰ λέγαμε, ἕνα χάσμα, ἕνα ρῆγμα στὶς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας. Καλὸ καὶ ἅγιο εἶναι νὰ ὑπάρχει ὁ διάλογος γιὰ ὅλα τὰ θέματα, γιὰ ὅλες τὶς ἐπὶ μέρους πτυχές αὐτοῦ τοῦ Διαλόγου. Ἀλλὰ νὰ γίνεται μ’ ἕνα τρόπο εὐπρεπῆ καὶ μ’ ἕνα τρόπο ὁ ὁποῖος θὰ συμβάλλει, θὰ βοηθάει, ἐγὼ δὲν θέλω μὲ κανένα τρόπο –καὶ μάλιστα συμφωνῶ ἀπόλυτα μὲ τὴν θέση τὴν ὁποία ἐξέφρασε καὶ μάλιστα ἐπισήμως ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου ἀναφορικά μὲ τὸ γεγονός ὅτι δὲν λαμβάνουν γνώση μερικὲς φορὲς τοῦ τί συμβαίνει. Συνεχῶς ἐπιμέναμε καὶ ἐμεῖς, ὅτι ὁ Διάλογος δὲν θὰ πρέπει νὰ μείνει σὲ ἕνα ἐπίπεδο κορυφῆς οὔτε σὲ ἐπίπεδο ἐπιστημόνων, ὁ διάλογος θὰ πρέπει νὰ κατεβεῖ στὴν βάση, νὰ γνωρίσει ὁ θρησκευόμενος ὀρθόδοξος λαὸς τί συμβαίνει, νὰ ὑπάρχουν θεολογικὰ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ ὑπάρχουν καὶ θεολογικὲς ἀντιπαραθέσεις. Ἔτσι προωθεῖται ὁ Διάλογος. Νὰ πῶ κάτι τὸ ὁποῖο τουλάχιστον τὸ διαπιστώνουν ὅσοι μετέχουν στοὺς Διαλόγους. Μὲ τὸ Διάλογο, κυρίως οἱ Καθολικοί, κερδίζουνε. Κερδίζουμε κι ἐμεῖς, ἀναφορικὰ μὲ ὁρισμένα θέματα τὰ ὁποῖα νομίζαμε, ὅτι πίστευαν διαφορετικές θέσεις, ἢ πίστευαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα συνέβησαν στὸ Μεσαίωνα ἢ μέχρι τὴν πρώτη Βατικανὴ Σύνοδο, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο, ἀλλὰ βλέπουμε σιγά-σιγά ὅτι ὑπάρχει πρόοδος καὶ μὲ τὸν Διάλογο, ὁ ὁποῖος φυσικὰ θὰ τραβήξει σὲ μάκρος, γιατὶ ὅσο διαλέγεσαι, τόσο μπαίνεις στὴν οὐσία τῶν θεμάτων, δὲν ἀπεμπολεῖς τίποτε ἀπὸ τὴν πίστη σου, ἁπλῶς καθορίζεις στοιχεῖα τὰ ὁποῖα χρειάζεται νὰ μάθεις γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία σου, γιὰ τὴν ταυτότητά σου. Λένε πολλοὶ ὅτι μὲ τὸν Διάλογο γίνεται κανεὶς περισσότερο Ὀρθόδοξος, γιατὶ διαπιστώνει τὴν ὀρθότητα τῶν θέσεων τῆς ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἀλλιῶς δίνεται ἡ ἐντύπωση, κυρίως στὸν πολὺ κόσμο: κοιτάξτε, ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία εἶναι τόσο λαμπρή μὲ μεγάλη δύναμη κ.τ.λ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία. Σημασία ἔχει νὰ διαπιστώνουμε ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν (τουλάχιστον οἱ θεολόγοι τὸ διαπιστώνουν) αὐτὴ τὴν ἐγκύτητα ποὺ μὲ τὸν Διάλογο ἐπιτυγχάνεται καὶ σὲ θέματα τὰ ὁποῖα μέχρι πρότινος ἦταν ἀδιανόητα. Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα ποὺ νομίζω εἶναι σαφές. Φανταστεῖτε ὅτι ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία (ἡ Ρωμαιοκαθολική, δὲν θὰ τὴν πῶ Παπικὴ πάλι, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ὁποῖα βρισκόμαστε σὲ Διάλογο) δὲν μποροῦσε νὰ διανοηθεῖ πρὶν ἀπὸ καιρὸ ἀμφισβήτηση τοῦ Πρωτείου. Ἔρχεται πλέον μέσω τοῦ Διαλόγου, τοῦ πολυμεροῦς Διαλόγου, …μὲ τὴν Συνοδικὴ Ἐγκύκλιο Ut unum sint, ὄχι μόνον νὰ ἀποδεχθεῖ ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ Πρωτείου τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης, εἶναι ἕνα πρόβλημα ποὺ δὲν βοηθάει τὴν ἑνότητα τῶν χριστιανῶν, καὶ θέλει νὰ καθίσει νὰ τὸ συζητήσει ὄχι μόνο μὲ τοὺς ἐκπροσώπους ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε ἐνδιαφερόμενο θεολόγο, προκειμένου νὰ ἀναπροσδιορίσει τὴν στάση. Αὐτὸ εἶναι ἕνα βῆμα. Δὲν εἶναι τὸ τελικό. Ἀλλὰ βήματα, βήματα φτάνουμε ἀκριβῶς σ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἤτανε μία μεγάλη ἐπιτυχία, νὰ ἀποδεχθεῖ ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία νὰ συζητήση ἕνα βασικὸ πυλῶνα τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας ποὺ εἶναι ὁ 34ος Ἀποστολικὸς Κανόνας σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Πρῶτος, δηλαδή τὸ Πρωτεῖο σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, -τοπικό, περιφερειακὸ καὶ ἀνὰ τὴν οἰκουμένη- δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα χωρὶς τὴν Σύνοδο. Ἔ, αὐτὸ εἶναι τὸ Συνοδικό μας σύστημα. Καὶ ἐπίσης ἐμεῖς θυμόμαστε ὅτι καὶ οἱ πολλοὶ δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς τὸν Πρῶτο. Τὸν Πρῶτο σὲ τοπικὸ ἐπίπεδο, χωρὶς δηλαδὴ τὸν φέροντα τὴν ἐξουσία, τὸν ἐπίσκοπο, δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα μία Σύνοδος τοπική χωρὶς τὴν ὕπαρξη τοῦ Πρώτου. Καὶ σὲ περιφερειακὸ καὶ σὲ ἐθνικὸ ἐπίπεδο χωρὶς τὸν Πρῶτο δὲν μπορεῖ νὰ συνέλθει Σύνοδος, ὅπως καὶ ἀνὰ τὴν ὀρθοδοξίαν δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει κάποιος ὁ ὁποῖος νὰ συντονίζει. Ἡ διαφορετικὴ ἐκτίμηση αὐτοῦ τοῦ Πρωτείου φυσικά, εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖο συζητᾶμε. Συζητᾶμε τὸ θέμα αὐτῆς τῆς, κατὰ τὴν ἄποψή μου, ἔντασης ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ ὑποστηρίζουνε τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ Διαλόγου καὶ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς ποὺ θέλουν ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία νὰ ἐγκαταλείψει αὐτὴν τὴν γραμμή. Ἡ Ἐκκλησία φυσικά, μὲ συνοδικὸ τρόπο ἔχει τὴν ἀπόλυτη ἐξουσία νὰ κρίνει ἂν θὰ διακοπεῖ ὁ Διάλογος ἢ ἐὰν θὰ συνεχίσει ὁ Διάλογος. Ὅταν ἀνέφερα ὅτι δημιουργεῖται στὶς ψυχὲς ρῆγμα μὲ τὴν «Ὁμολογία τῆς Πίστεως», ἡ «Ὁμολογία τῆς Πίστεως» εἶναι μία Ὁμολογία ἡ ὁποία σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὴν ὀρθόδοξη ἄποψη, τὴν προσυπογράφει ὁ καθένας. Σὲ ὅτι ἀφορᾶ τὶς ἐπιθέσεις ἐναντίον τῶν συγκεκριμένων Διαλόγων, ἐπειδὴ ἔρχονται σὲ σύγκρουση μὲ τὴν ἐπίσημη γραμμὴ τῆς συντεταγμένης Ὀρθοδοξίας, ἐκεῖ βρίσκεται ἡ διαφωνία μου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μία ἀκροάτρια, ἕνας ἀκροατὴς μᾶς εἶπε, ὅτι δὲν δημιουργεῖται ρῆγμα στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὴν θὰ λέγαμε τὴν ζηλωτική στάση ὁρισμένων στὴν Ἐκκλησία μας, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς Διαλόγους μὲ τοὺς Παπικοὺς, ὅπως τοὺς ἀναφέρουν, καὶ ἐκεῖ πάλι ἔγινε μία ἄλλη παρατήρηση, γιατὶ νὰ ἐπιμένω στὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία: ὑπάρχουν πολλὲς Ἐκκλησίες; Μία δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία; Εἶναι, θὰ λέγαμε, εὔλογη ἡ παρατήρηση. Ἡ Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία πιστεύει, μὲ ὅλη τὴν ταπείνωση, ὅπως λένε τὰ κείμενα τῶν διορθοδόξων διασκέψεων ὅτι εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Μία εἶναι ἡ Ἐκκλησία, δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει δεύτερη Ἐκκλησία, νὰ εἶναι δηλαδή διασπασμένη ἡ Ἐκκλησία. Τὸ σχῖσμα εἶναι σκάνδαλο, ὅπως ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ. Τώρα, μία μεγάλη μερίδα χριστιανῶν, παπικοὺς τοὺς ἀναφέρουν μερικοί, Ρωμαιοκαθολικοὺς ἄλλοι, πιστεύουν καὶ οἱ ἴδιοι ὅτι εἶναι ἡ Μία Ἐκκλησία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία. Ὅσοι δὲν ἀποδέχονται τὴν Μία Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν δύο δρόμοι, νὰ ποῦμε: ἐσεῖς εἶστε οἱ αἱρετικοί, οἱ ἁμαρτωλοί, εἶστε ἐκτός, εἶναι ὅμως μιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα, πὼς λέτε πράγματα τὰ ὁποῖα λέμε κι ἐμεῖς. Ὁ Διάλογος, μὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι. Ἐλᾶτε νὰ δοῦμε πραγματικά, γιατί ὁδηγηθήκαμε σ’ αὐτὸ τὸ σχῖσμα. Τὸ σχῖσμα γιὰ νὰ ἐπέλθει μεταξύ, ἐπαναλαμβάνω εἶναι σκάνδαλο, εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν βούληση τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἐπέλθει τὸ σχῖσμα σημαίνει ὅτι ὑπῆρχαν μερικὰ αἴτια. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ ἀναζητήσουμε αὐτὰ τὰ αἴτια. Πῶς θὰ τὰ ἀναζητήσουμε αὐτὰ τὰ αἴτια; Μὲ τὸν Διάλογο. Τί πιστεύετε ἐσεῖς, τί πιστεύουμε ἐμεῖς. Καὶ τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖο ξεχάστηκε ἐντελῶς, ἤτανε ὅτι ἀποφασίστηκε νὰ ἐξετάσουμε τὸν ρόλο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης τὴν πρώτη χιλιετία, ὅταν δηλ. οἱ Ἐκκλησίες, ἡ Λατικινὴ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καὶ ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία μὲ τὰ 4 Πατριαρχεῖα, εἶχαν κοινωνία Πίστεως καὶ κοινωνία ποτηρίου. Τί πιστεύετε ἐσεῖς ποιός ἤτανε, ὅτι ἤτανε ὁ ρόλος; Ἤτανε δικαιοδοσίες, ἕνα Πρωτεῖο ποὺ ἀναγνωριζόταν ἢ δὲν ἤτανε δικαιοδοσία, ἢ δὲν ἤτανε Πρωτεῖο ἐξουσίας αὐτό. Οἱ Καθολικοὶ πιστεύουνε, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ πιστεύουνε ὅτι εἶχε ἐξουσία, εἶχε μιὰ δικαιοδοσία αὐτὸ τὸ Πρωτεῖο. Ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι δὲν εἶχε δικαιοδοσία αὐτὸ τὸ Πρωτεῖο, ἤτανε ἕνα Πρωτεῖο τιμῆς. Ὅπως ἐμεῖς ἀκριβῶς δίνουμε ἕνα Πρωτεῖο τιμῆς στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη, ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, αὐτοὺς δηλ. ποὺ συναποτελοῦν τὴν Ὀρθόδοξη Καθολικὴ Ἐκκλησία, ἔτσι ἀκριβῶς πιστεύουμε ὅτι τὸ Πρωτεῖο τοῦ Ἐπισκόπου Ρώμης τὴν πρώτη χιλιετία ἦταν αὐτὸ ἀκριβῶς. Αὐτὸ πῶς θὰ γίνει, μὲ τὸν Διάλογο. Νὰ βάλουμε κάτω τὰ κείμενα, νὰ δοῦμε ἀκριβῶς τὶς πρακτικές, νὰ δοῦμε τὰ λειτουργικά μας κείμενα, τὰ ὁποῖα ἤτανε βέβαια διαφορετικὰ ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἀλλὰ ὑπῆρχε μία ἑνότητα καὶ μόνο μέσω αὐτῆς τῆς ἀναζήτησης καὶ τοῦ Διαλόγου μποροῦμε νὰ φτάσουμε σὲ ἕνα ἀσφαλὲς συμπέρασμα. Νὰ πῶ κάτι γιὰ τὸ Διάλογο, γιατὶ πολλοὶ πιστεύουν ὅτι ὁ Διάλογος δὲν ὁδηγεῖ πουθενά. Ξεχάσαμε τί ἔχει ἐπιτύχει ὁ Διάλογος μέχρι σήμερα, ὁ πολυμερὴς Διάλογος. Θυμάσθε ὅτι δύο εἶναι τὰ σημεῖα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς διαφοροποιοῦσαν…: τὸ filioque καὶ τὸ Πρωτεῖο. Κανεὶς δὲν κάνει λόγο σήμερα γιὰ τὸ filioque. Γιατὶ μὲ τὸν Διάλογο, (ἐπ’ εὐκαιρία τῆς ἐπαιτείου τῆς δεύτερης Οἰκουμ. Συνόδου τὴν δεκαετία τοῦ 80, ἔλαβαν χώρα σειρά συνεδρίων, ὅπου συζητήθηκε ἐπιστημονικὰ ἀπ’ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τὸ πρόβλημα τῆς προσθήκης αὐτῆς τοῦ filioque, ἀποδείχτηκε ὅτι, εἶχε βέβαια καὶ ἐπιπτώσεις αὐτὴ ἡ προσθήκη, ἀλλὰ ἀποδείχτηκε ὅτι τὸ αὐθεντικὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως εἶναι αὐτὸ χωρὶς τὸ filioque, χωρὶς δηλ. τὴν ἐκπόρευση καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτὸ τὸ ξεχνᾶμε. Βέβαια χρειάστηκε 10 χρόνια, διάλογος 10 ἐτῶν γιὰ νὰ γίνει κτῆμα -ἂν θέλετε καὶ τῶν ἴδιων τῶν Καθολικῶν- ὅτι ἦτανε ἄσκοπη ἡ προσθήκη. Οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ πιστεύουν ὅτι ὄφειλαν νὰ ἀντιμετωπίσουνε, τουλάχιστον στὴν Ἰσπανία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρειανισμοῦ καὶ ἤθελαν νὰ τονίσουν τὸν ρόλο τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, σήμερα ἔχουν ἀποδεχθεῖ ὅλοι, ὅτι τὸ αὐθεντικὸ Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως εἶναι αὐτὸ χωρὶς τὸ filioque. Αὐτὸ εἶναι μία κατάκτηση τοῦ Διαλόγου. Τὸ ἴδιο πιστεύω, καὶ πιστεύουν ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι, ὅτι μὲ τὸν Διάλογο σὺν τῷ χρόνῳ, γιατὶ εἶναι μία Ἐκκλησία ἡ ὁποία φυσικὰ ἔχει τεράστιο ποίμνιο, τὸ ὁποῖο εἶναι συνηθισμένο μὲ μερικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα σιγά-σιγὰ ὀφείλει ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία μὲ ποιμαντικὸ τρόπο, ἡ ΡΚαθολικὴ Ἐκκλησία γιὰ νὰ μὴ δυσκολεύω μερικοὺς ἀκροατές, πρέπει αὐτὰ τὰ πράγματα σιγά-σιγὰ ν’ αλλάξουν καὶ χρειάζεται μιὰ ποιμαντικὴ προσέγγιση, ἀλλὰ χρειάζεται ὁ Διάλογος προκειμένου καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ ἔξω ἀπὸ μᾶς, γιὰ νὰ μὴν ἀναφερθῶ καθόλου στὸν πολυμερῆ Διάλογο, μέσω τοῦ ὁποίου ὅλος ὁ κατακερματισμένος προτεσταντικὸς κόσμος ἔχει ἀντιληφθεῖ ὁρισμένα στοιχεῖα τῆς Ὀρθόδοξης Ἀνατολικῆς πνευματικότητας, τὰ ὁποῖα ἤτανε τελείως ἄγνωστα πρὶν ἀπὸ πολὺ καιρό. Πρὶν ἀπὸ 20-30 χρόνια ὅλος ὁ προτεσταντικὸς κόσμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὴν Καθολικὴ Ἐκκλησία, σὲ ἕνα Διάλογο -κυρίως ἀντιπαράθεσης. Ὅταν μπῆκε σ’ αὐτὸν τὸν Διάλογο -μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἤτανε θέλημα τοῦ Θεοῦ, πιστεύω ἐγὼ- καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, μετέφερε ἕνα διαφορετικὸ πνεῦμα καὶ νομίζω ὅτι ὠφέλησε πάρα πολύ νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ οἱ Προτεστάντες καὶ οἱ Εὐαγγελικοί, μερικὲς πτυχὲς οἱ ὁποῖες ἤτανε ἐντελῶς ξεχασμένες. Πάλι θὰ ἐπαναλάβω ὅτι δὲν κερδίζει μόνο ὁ ἄλλος ἀπὸ τὸν Διάλογο, κερδίζουνε καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔχουνε τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ξεχνᾶνε μερικά, μᾶλλον ὑπάρχουν μερικὲς ξεχασμένες ἀλήθειες. Π.χ. ἡ ἀξία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μέσω τοῦ Διαλόγου ἀναδείχτηκε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποκλειστικὸ προϊὸν ἢ ἀποκλειστικὸ προνόμιο μόνο τῶν Προτεσταντῶν. Εἶναι πρῶτα ἀπ’ ὅλα κτῆμα σύνολης τῆς χριστιανωσύνης, κυρίως τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Θάθελα νὰ καταλήξω μὲ ἕνα αἰσιόδοξο μήνυμα. Χαίρομαι ποὺ ὑπάρχει ὁ Διάλογος, γιατὶ αὐτοὶ ποὺ ὑποστηρίζουν τὸν Διάλογο μὲ τοὺς ἑτεροδόξους, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ δέχονται τὸν Διάλογο καὶ μὲ τοὺς ὁμοδόξους, μὲ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἴδιας Ἐκκλησίας, τοὺς Ὀρθοδόξους. Ἀρκεῖ αὐτὸς ὁ Διάλογος, ποὺ πρέπει νὰ γίνεται, γιατὶ στὸ Βυζάντιο ὁ Διάλογος γινότανε στὰ καφενεῖα, στὴν ἀγορά, παντοῦ∙ συζητούσανε γιὰ θέματα θεολογικὰ καὶ οὐσιαστικά, ἁπλῶς ὑπῆρχε, μερικὲς φορὲς ἡ διάθεση πολλῶν νὰ ἐκτρέπονται καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ νὰ ὁδηγεῖται ἡ Ἐκκλησία σὲ ἐντάσεις. Τὸ καλύτερο εἶναι νὰ ὑπάρχει, νὰ διαλέγεται, νὰ βλέπει κατάματα ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ ἡ μία τὴν ἄλλη… μὲ ἐμπιστοσύνη, μεταφέροντας ὁ καθένας ἀπὸ τὸ περίσσευμα τῆς πνευματικότητάς του αὐτὸ τὸ ὁποῖο θὰ τὸν βοηθήσει, τὸν ἄλλον, εἴτε καὶ ἐμένα, ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις, ὅταν εἶναι καλοπροαίρετες εἶναι ἀκόμη περισσότερο πειστικές, νὰ βοηθήσει ὅλη τὴν Ἐκκλησία πραγματικὰ νὰ συνεχίζει νὰ καταθέτει ἀνόθευτη καὶ ἀκαινοτόμητη τὴν μαρτυρία της στὸ σύγχρονο κόσμο…». Ἀπομαγνητοφώνηση Π.Σ.
(ΑΠΟ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ)

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

ΕΓΓΡΑΦΗ EMAIL ΔΙΑ ΝΑ ΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΤΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΑΣ

ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ

ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

ΤΑ ΕΚΤΡΟΠΑ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Η ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ ΕΙΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ

Η ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ ΕΙΣ ΠΑΠΙΚΟΥΣ